Με την ευκαιρία των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821
Το αφιερώνω στις ηρωϊδες και στους ήρωες του Αγώνα για την Ελευθερία 
.
Σου δίνουμε τον ήρωα του 1821, βρίσκεις πώς πέθανε; | Oneman.gr
.
Άνοιξε δρόμο η Λευτεριά με τ’ άρματα ζωσμένη,
με καριοφίλια και σπαθιά με πάλες και κουμπούρια.
Πάνω στα στήθια κρέμεται σταυρός μαλαματένιος
και μες στα μάτια του φωτά ήλιος κεχριμπαρένιος.
.
Κοιτάει ζερβά-κοιτά δεξά κι ο οχτρός είναι εμπρός του .
Το φυλαχτό της μάνας του είναι όλο του το βιος του.
.

Μπαϊράκια κόκκινα φυσά, άξαφνα το αγέρι.
Πιάνουν τις θέσεις έτοιμοι ,
κι όλο ζυγώνει κι έρχεται τ’ ασκέρι του σουλτάνου.
.
Σκιάξιμο στου Έλληνα τα στήθεια δε τα πιάνει μήτε φοβέρα καμιά.
Η πρώτη μπάλα ρίχτηκε και σκώθη κορνιαχτός ,
αλόγων χλιμιντρίσματα, φωνές , και χαλασμός.
.
Ορμάν φτερούγες αητού, του λιονταριού η τόλμη,
και πέφτουν πάνω στον εχθρό κι όλους τους κυνηγάνε.
Αυτός δεν είναι πόλεμος, αυτό είναι πανηγύρι.
Ανάσταση είναι και γιορτή,
κι η φύση γύρω όλο ανθεί,
το χέρσο χώμα δίνει.
.
Τρέμει, σαλεύει και ριγά το φρέσκο χαμομήλι,
και το σιτάρι θάλασσα που όλο κυματίζει.
Αγκομαχούνε τα βουνά , λαγκάδια αχολογούνε.
Μπαρούτι , λάβρα και φωτιά και το νερό αφανίστη.
.
Τσουρουφλισμένα πέφτουνε στο χώμα τα ελατόκλαρα
και το θυμάρ’ παίρνει φωτιά , τα βράχια τσακμακίζουν .
.
Λαχτάρα έγιν’ η ζωή, διψά και πάλι ξεδιψά η γλύκα των ματιών της .
Είναι από μια λυγερή και πολεμάει αντρίκια.
Είναι κοντά στον κύρη της , τον χιλιαγαπημένο
και πολεμάει πλάι του, γεμίζει και οπλίζει .
.
Κι ορμά ο αντρείος της λυγερής με το σπαθί στο χέρι.
Σπάει στα δυο το σπαθί και πέφτει λαβωμένος.
Τον χτύπησε μια μπαταριά κι η κόρη στέκει πάνω του, λίγο νερό του δίνει.
.
Είναι βαριά εκεί η πληγή στο στήθος που ματώνει
και ξεψυχά της λυγερής ο άντρας ο γενναίος.
.
Πιάνει ταμπούρι δυνατό, μέσα της κλαίει μα πολεμάει
ώσπου οι Έλληνες τους παίρνουν στο κοντό.
.
Τριακόσιοι ήταν νοματαίοι κι οι εχθροί ως δυο χιλιάδες,
καβαλλαραίοι και πεζοί γενίτσαροι και της τουρκιάς ο ανθός.
.
Ώσπου να ρθει το λιόγερμα, οι Έλληνες νικούνε .
Πριν φέξει ακόμα το πρωί λουστήκαν, χτενιστήκαν
σαν του Λεωνίδα τους στρατιώτες , έτοιμοι να παν στον άλλον κόσμο .
Μα τώρα που δοξάστηκαν, πήραν να ξαποστάσουν.
.
Του καπετάνιου ορμήνεια αυτή:
Τρεις μπαταριές να ρίξουν στον καταγάλανο ουρανό
κι αρνιά , κριάρια ψήνουνε , στρώνουν στη γη τραπέζι ,
χορεύουνε και πίνουνε , γλεντούνε , τραγουδούνε.
.
Όλοι πολύ τη χαίρονται τη δόξα και τη νίκη.
Κι η δόλια η λυγερή το τσεμπέρι της βγάζει.
Σκύβει, φιλά ευλαβικά τον άντρα της, τον πολυαγαπημένο.
Τη μια κλαίει από χαρά , την άλλη από λύπη.
Του αντρειωμένου η λυγερή στάθηκε παλληκάρι.
.
.
Γεώργιος Λ. Παπαθανασίου
.
.
Σημείωση του ποιητή: Ως επί το πλείστον, χρησιμοποίησα δεκαπεντασύλλαβο με γλώσσα φυσική της εποχής εκείνης που να καθρεφτίζει την ουσία και το νόημα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Σε κάποια σημεία σπάω τη ροή του δεκαπεντασύλλαβου με αφηγηματική ροή , τόση ώστε να δίνει έναν αέρα ελευθερίας του πεζού λόγου και να ξεκουράζει τον αναγνώστη.
.
.
Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Γεώργιο Παπαθανασίου για την πρόθυμη άδεια αναδημοσίευσης του εξαιρετικού ποιήματός του στο ιστολόγιό μας.
Επιμέλεια ανάρτησης: ιστολόγιο Οικογένεια- μια γωνιά του Παραδείσου

2 σκέψεις σχετικά με το “«Του αντρειωμένου η λυγερή»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.