Ο βράχος

από το Γεροντικό- και για παιδιάBraxos_mesa

Κρέμασε στον ώμο του το δισάκι ο Μωυσής. Πηδώντας με μεγάλες δρασκελιές τις πέτρες και τα βράχια άρχισε να σκαρφαλώνει στο βουνό. Δύο, τρία πέντε λεπτά και η λιγνή φιγούρα του ξεχώρισε στο πιο ψηλό σημείο, ανάμεσα ουρανού και γης. Σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι το καλογεράκι. Ο γέροντάς του, ο ξακουσμένος για την αρετή του Ιωάννης, στεκότανε στ’ άνοιγμα της σπηλιάς του και τον κοίταζε. Σήκωσε ο γέροντας το χέρι και τον ευλόγησε. Έσκυψε ο νέος το κεφάλι. Δυο βήματα και χάθηκε πίσ’  από το βουνό.

Μέρες τώρα κάνει ο Μωυσής τον ίδιο δρόμο. Φεύγει μ’  άδειο το δισάκι του και γυρνά νωρίς τ’ απομεσήμερο μ’ ένα σακούλι μπρος στο στήθος κι ένα πίσω στην πλάτη γεμάτο χώμα. Βαλθήκανε να κάνουνε ένα μικρό περιβολάκι για να φυτέψουνε δυο τρία λάχανα,. εκεί μπρος στη σπηλιά τους, κι είχαν ανάγκη από χώμα. Πού χώμα στην έρημό τους, του Θολά! Περισσότερα

Advertisements

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: