Μια συγκινητική και διδακτική ιστορία για μικρά και μεγάλα παιδιά …
Η αγάπη που μοιράζεται είναι το βασικό μήνυμα της Γεννήσεως του Χριστού μας.
Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα!!!

Γράφει ο κ. Γεώργιος Παπαθανασίου, συγγραφέας

 

Απόψε η νύχτα είναι ζεστή. Ένα παιδί δε μπορεί να κοιμηθεί.
Απ’ τη λαχτάρα για τα αυριανά κάλαντα.
Μα δεν είναι ακριβώς αυτό.

Είναι η αγωνία να μαζέψει όσα λεφτά χρειάζεται για να κάνει δώρο σε έναν άστεγο που είδε σήμερα στο μετρό.

Καθόταν σε ένα σπίτι- χαρτόκουτο. Τα παπούτσια του ήταν σκισμένα , λασπωμένα και τρύπια.

Είχε γυρίσει το παιδί με τη μητέρα του, κάνοντας τα τελευταία ψώνια και καθώς κατέβαιναν τη σκάλα για να πάρουν το μετρό, το βλέμμα της συναντήθηκε με εκείνον τον άνθρωπο. Αυτός, όσο κι αν ήταν άθλια η εμφάνιση του, εσωτερικά εξέπεμπε κάποια σημάδια μιας ξεπεσμένης αρχοντιάς.

 

Από εκεί και πέρα άρχισαν όλα. Η εικόνα του σπασμένου κουμπαρά, το μέτρημα των χρημάτων , η ικανοποίηση ή η απογοήτευση, ερχόταν στο νου του παιδιού.

Όχι, δε θα πει ψέματα στη μητέρα της. Ούτε κι αλήθεια.

Παρ’ όλη την οικονομική αδυναμία της οικογένειας, η μητέρα έχει τέτοια διακριτικότητα για ένα παιδί της Έκτης Δημοτικού, ώστε να της επιτρέψει να κάνει ότι θέλει με τα λεφτά που θα μαζέψει από τα κάλαντα.

 

Η Ελπίδα. Ναι, Ελπίδα, τη λένε, θα μετρήσει κι’ απόψε τις ώρες ώσπου να ξημερώσει. Ξυπνάει τη νύχτα και κοιτάζει συνέχεια το ξυπνητήρι.Αχ! πότε θα ξημερώσει;! Τι μεγάλη είναι η νύχτα;!
Ένα ζεστό ζευγάρι παπούτσια και τρία ζευγάρια κάλτσες. Ζεστές κι’ αυτές.

Για τον εαυτό της δε θέλει τίποτα. Ο πατέρας της είναι άνεργος . Δούλευε στα ναυπηγεία. Πέρασε τα πενήντα και δεν τον παίρνουν για δουλειά.
Η μητέρα αναγκάζεται να κάνει όποια δουλειά μπορεί.

Ο άστεγος θα κρυώνει. Όλοι τον εγκατέλειψαν. Η τράπεζα του πήρε το σπίτι.

Εκείνος, όταν ήταν στις δόξες του, είχε βοηθήσει πολύ κόσμο.
Τα οικονομικά του ήταν ανθηρά. Ο συνέταιρος στην εταιρία που είχαν φτιάξει τον τούμπαρε. Τον άφησε με χρέη. Τώρα τον κύριο Φωτεινό, αυτόν τον τίμιο επιχειρηματία δεν τον ξέρει κανένας.

Ο κύριος Φωτεινός δεν έχει κανέναν στον κόσμο. Του πήραν το σπίτι. Τον άφησε η γυναίκα του. Τα παιδιά του έχει να τα δει πέντε χρόνια. Κάποτε του άνοιγαν όλες οι πόρτες. Πλήρωνε καλά τους υπαλλήλους του. Και να ! τα δώρα, τα μπόνους, τα ταξίδια, οι εκδρομές.

Μα το κορίτσι είχε δει στο βλέμμα αυτού του ανθρώπου μια ηρεμία και μια καλοσύνη.Του ενέπνεε εμπιστοσύνη και απέραντη συμπάθεια. Τόλμησε, καθώς πέρασε δίπλα του να τον ρωτήσει το όνομα του: – Φωτεινός Α. . Ούτε ένα παράπονο δε φαινόταν στο βλέμμα του. Μόνο ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο απόκοσμο, παράξενο. Να είχε συναίσθηση της μοίρας του , την αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα; Αυτή την εντύπωση έδινε. Ήταν δυνατός μέσα στην ατυχία του. Και τα γένεια του που φανέρωναν μια ζωή χορτασμένη , με πιο μεγάλη σοφία και καρτερικότητα γεννούσαν επιπλέον και μιαν φυσική επιθυμία άξιου σεβασμού .

Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα.
-Κύριε, Φωτεινέ, αυτά τα παπούτσια κι αυτές οι κάλτσες είναι για σας.
Φορέστε πρώτα τις κάλτσες.
Ξημέρωσε.

Καλά Χριστούγεννα, κύριε Φωτεινέ!

 

Ευχαριστούμε τον κ. Γεώργιο Παπαθανασίου που μάς έστειλε το διήγημά του.

ιστολόγιο «Οικογένεια- μια γωνιά του παραδείσου»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.