.

ένα πολύ συγκινητικό διήγημα – που θα μπορούσε να είναι και αληθινή ιστορία…

τι νόμοι είναι αυτοί…

να νομιμοποιούν το φόνο του εμβρύου και να καθιστούν τόσο δύσκολη την αναδοχή… Αλεξία

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο -συγγραφέα

.

[Στα τριακόσιες χιλιάδες αγέννητα παιδιά και στις θαρραλέες, “αντρειωμένες μάνες»]

.

“Ακίνητοι! Αστυνομία! … Μην αγγίξει κανείς τα χρήματα!”,φώναξε αυστηρά ένας από τους δύο αστυνομικούς μπαίνοντας στο γραφείο του γιατρού Βανάλη.

Η ηλικιωμένη κυρία σηκώθηκε από την καρέκλα κάτωχρη και κρέμασε αμήχανη τα χέρι της στο πλάι του κυρτού κορμιού της.

Ο γιατρός προσπάθησε να ψελίσει κάτι σαν “μα… δεν …”, αλλά δεν ακούστηκε ούτε αυτό, παρά μόνο κάτι σαν αναστεναγμός από το μισάνοιχτο στόμα του. Το ίδιο συνέβη και με τον σοβαρό σαραντάρη και τη σύζυγό του στα δεξιά του γιατρού.

“Συλλαμβάνεστε και οι τέσσερις για αγοραπωλησία βρέφους!”,ακούστηκαν αργά και σοβαρά τα λόγια του ίδιου αστυνομικού.

…………………………… …………………………..

Πώς ήταν να γίνει αυτό στο σπίτι της! Η 17χρονη κόρη της κυρα-Μαρίας, χήρας εδώ και μια δεκαετία, σκληρά εργαζόμενης σαν παραδουλεύτρα σε σπίτια διαφόρων ευκατάστατων στη γειτονιά, να μπλέξει έτσι!

Αυτά συλλογιζόταν η Μαρία καθώς έβαζε τα πόδια της στη λεκάνη με το ζεστό νερό -έτσι έκανε κάθε βράδυ μετά από εκατοντάδες ανεβοκατεβάσματα σκαλιών και άλλων τόσων “κρεμασμάτων” και γονατισμάτων σε βεράντες, υαλοπίνακες, ντουλάπες, πατώματα, κ.τ.λ. που ΄κανε κάθε μέρα για χρόνια- ανακουφίζοντάς τα από τα χρόνια αρθριτικά που τη βασάνιζαν.

Πώς κι αυτό στην τύχη της! Να μπλέξει η μικρή, η Όλγα της, με κείνο το “αλητάκι απ΄το σχολειό” της! Εκείνη στα δεκαεπτά κι ο άλλος στα δεκαεννιά.

Βλέπεις, ο ασυλλόγιστος, “που να μην έσωνε, στην ευκή του κι αυτός”, είχε παρατήσει δυο χρόνια την τάξη και ρεμπέλευε εδώ κι εκεί ψευτοδουλεύοντας.

Κι ακόμη, το “παλιόπαιδο” δεν αναγνώριζε ότι το παιδί ήταν, λέει,“στα σίγουρα δικό του”! “Αχ! Τι παλιόπαιδο κι αυτό κι οι γονείς του που αδιαφόρησαν κι ετούτοι…”

Με τέτοιες σκέψεις, κάπως ανακουφισμένη απ΄τα “πόνια της”έστρωσε να φάνε με την κόρη της. Σαν αποφάγαν, πήγε να τη μαλώσει και πάλι, μα εκείνη άρχισε να κλαίει και το μετάνιωσε.

Στο τέλος έφτασε να την παρηγορεί σα μικρό κοριτσόπουλο και να την πάει κατόπιν στο κρεβάτι της λέγοντάς της μαλακά: “Θα δούμε, κάτι θα μας φωτίσει κι η Παναγιά!

Όταν της μικρής πήρε να απαλύνει ο πόνος της κι άρχισε να σκεπάζει τα υγρά της μάτια η γλυκιά γλάρα του ύπνου, η Μαρία πήγε και στάθηκε κάτω απ΄το εικονοστάσι της κρεβατοκάμαράς της, πλάι στη φωτογραφία του αγαπημένου της, πρόωρα “αναπαμένου”, άντρα της.

Την άλλη μέρα το πρωί, μοιράστηκε τις σκέψεις της με την Όλγα. Το παιδί που ΄κρυβε στα σπλάχνα της, ένα παιδί που το βεβαίωσε κι ο γιατρός στο Νοσοκομέιο ότι σαλεύει μέσα της, δε θα το σκότωναν.

Ναι, γι΄αυτή, την πάντα πιστή στο Θεό κυρα- Μαρία, αλλά και για την ίδια την κόρη της, η έκτρωση ήταν ένας φόνος! Το παιδί θα το γεννούσε η μικρή!

Το ίδιο απόγευμα μάλιστα η μάνα εξήγησε στην Όλγα ότι η ξαδέλφη της, η Λένα στην Αθήνα, θα φρόντιζε και για τη γέννα και για τα μετά τη γέννα.

Εκείνη, λέει, είχε μιλήσει με γιατρό στην πρωτεύουσα ο οποίος της σύστησε ένα άτεκνο ζευγάρι. Μάλιστα, εκείνοι θα φρόντιζαν για τις διατυπώσεις, τα γραφειοκρατικά κι όλα τα έξοδα της κυρα-Μαρίας, γιατρούς δηλαδή και τα δέοντα.

Το μόνο που ρώτησε την ξαδέρφη της η Μαρία ήταν αν το ζευγάρι ήταν πιστοί χριστιανοί. Έτσι μάνα και κόρη συμφώνησαν κι η Όλγα κατηφόρησε προς το σπίτι της Λένας στην Αθήνα για τους επόμενους 8-9 μήνες.

Βλέπεις η κυρα-Μαρία ήθελε να αποφύγει και το σκάνδαλο από την“καθωσπρέπει” κοινωνία, ένα σκάνδαλο που θα φούντωνε όσο θα μεγάλωνε και η “απόδειξη” της εγγυμοσύνης της μικρής “άγαμης”!

Εκείνο το παγωμένο πρωινό του Μάρτη, όπως τα ‘φερε η “κατάρα” της τύχης, των νόμων, της συγκυρίας, της υποκρισίας, κι ό,τι άλλο έβαζε ο νους της δύστυχης, η κυρία Μαρία βγήκε, τυλιγμένη στο παλιό ξεφτισμένο παλτό της, από ένα φτηνό ξενοδοχείο της Ομόνοιας και κατευθύνθηκε στην Κλινική, όπου δυο μέρες νωρίτερα η κόρη της έφερε στη ζωή ένα πανέμορφο αγοράκι.

Φορτωμένη ανάμικτα συναισθήματα, πήγε στο θάλαμο που νοσηλευόταν η κόρη της, αντάλλαξαν δυο τρεις κουβεντες, τη φίλησε στοργικά στο μέτωπο κι από ‘κει κατευθύνθηκε στο γραφείο του γιατρού.

Η ψυχή της ήταν σκοτεινιασμένη, όχι τόσο για την κατάληξη που από στιγμή σε στιγμή αναμενόνταν, αλλά γιατί συλλογιζόταν πως αλλιώς περίμενε τις χαρές της Όλγας της.

Όμως, μέσα στην καταχνιά της, ήταν και χαρούμενη γιατί η εξέλιξη ηταν η καλύτερη δυνατή: “το παιδί δε μακελλεύτηκε” -την έλεγε συχνά αυτή τη φράση- από “κάναν γιατρό”, πρόωρα, όπως της πρότειναν διάφοροι καλοθελητές, αλλά έξησε, κι ακόμη, ένα ζευγάρι που δε μπορούσε να κάνει παιδιά, θα αποκτούσε το δικό τους αγγελούδι και το βρέφος δε θα κατέληγε σε κάποιο απ΄αυτά τα“ανάδοχα ιδρύματα”, όπως αποκαλούνται πια, στην εποχή της“νέας ονοματολογίας” που τώρα διανύουμε, τα ορφανοτροφεία.

Μ΄αυτές τις σκέψεις χτύπησε την πόρτα του γιατρού, μ΄αυτές τις σκέψεις έδωσε το χέρι της στο ζευγάρι των Αθηναίων που την περίμενε, ώσπου …. εισέβαλλε αυστηρά κι αποφασιστηκά ο Νόμος!

Το επόμενο πρωινό οι εφημερίδες βούιξαν: ΕΜΠΟΡΙΟ ΒΡΕΦΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, ΓΙΑΓΙΑ ΠΟΥΛΑΕΙ ΤΟ ΕΓΓΟΝΙ ΤΗΣ, και άλλοι τέτοιοι βαρύγδουποι και πηχαίοι τίτλοι πλημμύριζαν τις προθήκες των περιπτέρων απ΄ άκρη σ΄άκρη της χώρας …

Η μικρή Όλγα, σαν τα ‘μαθε ολα αυτά, θυμήθηκε κάτι που ‘μαθε στο σχολειό της, κάτι που έγραψε ο εθνικός μας ποιητής, και κατάλαβε τη σημασία του για τα καλά: “Όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος!

.

Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ

το διάβασα στο Σπιτάκι της Μέλιας

.