ένα από τα αγαπημένα παραμύθια των μικρών μου, που ζητούν ξανά και ξανά να τους το διαβάσω! – με μηνύματα αγάπης και μοιράσματος, που φέρνει την αληθινή χαρά…σκιουρος
Στήν ἄκρη τοῦ μεγάλου δάσους, στήν πλαγιά τοῦ καταπράσινου βουνοῦ, ζοῦσε ὁ Καστανούλης, ἕνας ὄμορφος καί πανέξυπνος σκίουρος. Ὁ Καστανούλης ἦταν ὁ πιό πλούσιος κάτοικος τοῦ δάσους. Εἶχε τρεῖς βίλες δικές του!

Ναί, καλά ἀκούσατε. Τρεῖς βίλες δικές του! Ἡ πρώτη, χτισμένη πάνω σέ μιά γέρικη λεύκα, ἦταν κληρονομιά ἀπό τόν παππού του.

Ἡ δεύτερη στή ρεματιά, πάνω σ᾿ ἕναν αἰωνόβιο πλάτανο, ἦταν τό… ἐξοχικό του! Ἐκεῖ περνοῦσε τά καλοκαίρια του καί διασκέδαζε.

Καί ἡ τρίτη του βίλα, τό σπίτι τοῦ χειμώνα, ἦταν πάνω στή μεγάλη βελανιδιά. Αὐτή τήν εἶχε κατασκευάσει μόνος του, γιατί ἦταν καί ἐπιδέξιος τεχνίτης ὁ σκίουρός μας. Μέ ἀδιάβροχη σκεπή, μέ φυσικό air condition ἀπό ἀεράκι τοῦ βουνοῦ γιά τίς ζέστες καί μέ δύο σόμπες γιά τό πολύ κρύο, ἡ βίλα τῆς βελανιδιᾶς ἦταν ὑπερσύγχρονη.

Ὅλα τά δωμάτια εἶχαν ἐπένδυση ἀπό ξύλο καρυδιᾶς καί στό πάτωμα ἦταν στρωμένο ἕνα ἀφράτο χαλί ἀπό μαλακά βρύα τοῦ δάσους. Καί πάνω στό γραφεῖο ἕνα πανάκριβο πορτατίφ, πού εἶχαν φέρει τά χελιδόνια ἀπό τό ἐξωτερικό, μαρτυροῦσε τήν πολυτέλεια τοῦ ἰδιοκτήτη.

Ἀλλά τό σπουδαιότερο δέν τό εἴπαμε ἀκόμη. Στό ὑπόγειο,σκαμμένη βαθιά στό χοντρό κορμό τῆς βελανιδιᾶς, ὑπῆρχε μιά τεράστια ἀποθήκη. Ἐκεῖ ἦ ταν ὅλη ἡ περιουσία τοῦ σκίουρου. Καρύδια, βελανίδια, κάστανα, ἀμύγδαλα, κάθε λογῆς φύλλα… Καί τί δέν ἔβρισκες ἐκεῖ μέσα.

Ὥς καί μανιτάρια κατεψυγμένα εἶχε, βαλμένα ὅλα μέ τάξη σέ χωριστούς σάκους πάνω στά ράφια. Ἄ, ὁ Καστανούλης φρόντιζε πολύ γιά τόν ἑαυτό του.

Κάθε καλοκαίρι μάζευε καρπούς, γιά νά περάσει τίς κρύ ες μέρες τοῦ χειμώνα.

Κι ἐκεῖνος ὁ χειμώνας στό δάσος εἶχε πέσει πολύ βαρύς. Τό χιόνι τά εἶχε ὅλα σκεπάσει. Τά πουλιά τουρτούριζαν ἀπό τό κρύο. Καί τά ζῶα εἶχαν ἀρχίσει νά πεινοῦν.

Μόνο ὁ Καστανούλης δέν εἶχε πάρει εἴδηση ἀπό τίποτε. Μέσα στή ζεστή του βίλα ἀπολάμβανε τό καλό του φαγητό καί γιά τούς ἄλλους… δέ νοιαζότανε καθόλου. Τά ζῶα τοῦ δάσους ποῦ καί ποῦ ἔριχναν θλιμμένες ματιές στήν κλειδωμένη ἀποθήκη τοῦ Καστανούλη μέ τά τρόφιμα.

Μιά μέρα ἕνα χαριτωμένο μαϊμουδάκι, πού γουργούριζε ἡ κοιλιά του ἀπό τήν πείνα, χτύπησε τήν πόρτα του.

— Καστανούλη, ἔχω νά φάω δυό μέρες, τοῦ εἶπε ἱκετευτικά. Μήπως σοῦ βρίσκονται μερικά φυλλαράκια;

— Ἄ, δυστυχῶς, δέν μπορῶ. Ὅ,τι ἔχω εἶναι γιά μιά ὥρα ἀνάγκης! Δέν μπορῶ… ἀπάντησε ἀμέσως ὁ Καστανούλης καί τοῦ ἔκλεισε τήν πόρτα.

Σέ λίγο κι ἕνας μικρός σπουργίτης τοῦ χτύπησε τό τζάμι.

— Καστανούλη, λυπήσου με! Πεθαίνω ἀπό τό κρύο. Μπορῶ νά μείνω στό ἐξοχικό σου γιά λίγες μέρες;

— Ἄ, οὔτε νά τό σκέφτεσαι! ἀπάντησε καί πάλι ὁ σκίουρος. Θά μοῦ λερώσεις τό πάτωμα καί μετά… πῶς θά κάνω διακοπές; Φίλε μου, δέν τό συζητῶ!

Τά ζῶα τοῦ δάσους δέν ἤξεραν πιά τί νά κάνουν. Ὁ μόνος πού μποροῦσε νά τούς βοηθήσει ἦταν ὁ σκίουρος, ἀλλά αὐτός νοιαζόταν μόνο γιά τόν ἑαυτό του… Ἡ συμπεριφορά του τούς προβλημάτιζε πολύ.

Μιά μέρα ὁ κυρ-Λαγός, ὁ Δήμαρχος, καθώς ἄνοιγε δρόμο μέ τό φτυάρι μές στό φρέσκο χιόνι, ἀποφάσισε νά τοῦ μιλήσει.

— Καστανούλη, βλέπεις πόσο δυσκολευόμαστε ὅλοι μας. Μήπως εἶναι ὥρα ν᾿ἀνοίξεις τήν ἀποθήκη σου; Νά μοιράσειςτά μανιτάρια σου; Δεῖξε ἀγάπη, φίλε μου! Κάποτε μπορεῖ νά βρεθεῖς κι ἐσύ σέ ἀνάγκη. Τό σκέφθηκες αὐτό;
Μά ὁ σκίουρος δέν ἄλλαζε.

— Κυρ-Λαγέ, ἐγώ δέν ἔχω ἀνάγκη κανέναν! Εἶμαι καί χτίστης καί τεχνίτης καί καλός δουλευτής, εἶπε στό Δήμαρχο· καί τοῦ γύρισε τήν πλάτη.

Οἱ μέρες περνοῦσαν. Ἕνα βράδυ, πού ὁ ἀέρας φυσοῦσε μανιασμένος καί οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς χτυποῦσαν ρυθμικά πάνω στή στέγη, ὁ σκίουρος ἔπεσε βιαστικά γιά ὕπνο. Μά πάνω στό πιό γλυκό του ὄνειρο… ἕ νας ἐκκωφαντικός κρότος ἀκούστηκε!

Ὁ Καστανούλης ξύπνησε τρομαγμένος.

— Τί τρέχει; ψιθύρισε. Κεραυνός; Καταιγίδα;

Καί τότε κατάλαβε ὅτι… εἶχε ξεχάσει τήν πόρτα μισάνοιχτη!… Καί τά νερά τῆς βροχῆς εἶχαν μουσκέψει τό διαλεχτό χαλί! Δυστυχία του!

Ἔτρεξε μέ τρόμο στήν ἀποθήκη. Μανούλα μου! Τί ἦταν αὐτό πού ἀντίκρισε!

Τά μανιτάρια του ὅλα… κολυμποῦσαν στό νερό τῆς βροχῆς! Καί τά κάστανα  καί τά βελανίδια, ὅλα κάτω στό πάτωμα…

Ἔβαλε τό κεφάλι του στά δυό του χέρια ὁ Καστανούλης κι ἄρχισε νά κλαίει γοερά.

Τό νέο διαδόθηκε σάν ἀστραπή. Καί τό πρωί ὅλα τά ζῶα τοῦ δάσους, συγκεντρωμένα κάτω ἀπό τή βίλα τῆς βελανιδιᾶς, σχολίαζαν τό πάθημα τοῦ σκίουρου.

Ἀκόμη καί δυό κάμπιες σήκωσαν πρός τά πάνω τό κεφαλάκι τους καί ψιθύρισαν: «Καταστροφή! Ποιός τό περίμενε;»

Τέλος, ἡ πονηρή ἀλεπού τόν πέταξε τόν πικρό της τό λόγο:«Ὅποιος μαζεύει καί δέ δίνει στό τέλος νηστικός θά μείνει».

Χωμένος μέσα στήν κάμαρά του ὁ Καστανούλης συνέχιζε νά κλαίει.

Οὔτε πού πῆρε εἴδηση τό μικρό σπουργίτη, πού ἥσυχα πέταξε κοντά του καί τοῦ χάιδεψε τόν ὦμο.

— Μήν κλαῖς ἄλλο, τοῦ εἶπε. Σώσαμε τά καρύδια καί τά ἀμύγδαλα!

— Τί εἶπες; Πῶς; Δέν πίστευε στά αὐ τιά του ὁ σκίουρος.

— Νά, κοίτα. Τά μανιτάρια σάπισαν, ἀλλά σώσαμε τά καρύδια καί τά ἀμύγδαλα. Δυό ὁλόκληρα σακιά!

Ἔτριψε τά κοκκινισμένα ἀπ᾿ τό κλάμα μάτια του ὁ Καστανούλης.

Θυμήθηκε πού εἶχε διώξει τό μικρό σπουργίτη. Καί δέν μποροῦσε νά πιστέψει αὐτό πού ἄκουγε.

— Ἐσύ; Ἐσύ τό ἔκανες αὐτό; Ἐγώ σοῦ φέρθηκα ἄσπλαχνα κι ἐσύ… μέ βοήθησες; Γιατί;

— Ὤ, δέν ἔκανα τίποτα σπουδαῖο. Τώρα ἐγώ, αὔριο ἐσύ. Πρέπει νά βοηθᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, εἶπε ἁπλά ὁ σπουργίτης.

Ὁ Καστανούλης ζοῦσε σ᾿ ἕνα ὄνειρο. Πρώτη φορά στή ζωή του ἔβλεπε τόση καλοσύνη καί ἦταν συγκινημένος. Ὅλο τό ἀπόγευμα κάθισε σκεπτικός στήν κάμαρά του. Καί τήν ἄλλη μέρα ἔγινε κάτι πού δέν μποροῦσε νά τό φανταστεῖ πο τέ κανείς.

Ὄρθιος ὁ κυρ-Λαγός, ὁ Δήμαρχος, στήν πλατεία τῆς πολιτείας, μέ τόν Καστανούλη δίπλα του, μοίραζαν τά καρύδια καί τά ἀμύγδαλα στά πεινασμένα ζῶα τοῦ δάσους!

Ὁ Καστανούλης εἶχε ἀλλάξει συμπεριφορά. Εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση νά δί νει σ᾿ αὐτούς πού εἶχαν ἀνάγκη.

Καί ἦταν εὐτυχισμένος.

Τό δάσος εἶχε τήν πιό μεγάλη εἶχε τήν πιό μεγάλη του γιορτή.

Νεφέλη

ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΗΝΙΑΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΙΟΣ 2012 ΤΕΥΧΟΣ 747

Αντιγραφὴ γιὰ τὸ “σπιτὰκι τὴς Μέλιας”

.

από το Σπιτάκι της Μέλιας

.