«῾0 Τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης», 1893 Κώστας Κρυστάλλης

.

Ὅταν ἀνθίζ’ ἡ ἀγράμπελη κι ἁπλώνη τὰ κλαδιά της

στὸ σχοῖνο, στὸ χαμόδεντρο, στοῦ πεύκου τὰ κλωνάρια,

στὰ ρέματα τοῦ ποταμοῦ, στὸν ἐγκρεμὸ, τοῦ βράχου,

κὶ ἀγέραν, κάμπους καὶ βουνά, τὴν πλάση πέρα ὡς πέρα

γιομόζη ἀπὸ μοσχοβολιὰ μὲ τὸν ἀνασασμό της,

πυκνὸ – πυκνὸ κι ὁλόμαυρο μελισσολόι πετιέται

μέσ’ ἀπὸ βράχους καὶ κρινιά, μέσ’ ἀπὸ ἐρμιὲς καὶ κήπους,

καὶ τ’ ἄνθη της βοσκολογᾶ καὶ παίρνει τὸν ἀχυό τους

καὶ διαλαλάει μ’ ἕνα βοητὸ τὸν ἀναγαλλιασμό του.

.

῎Ετσι οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ πετιοῦνται ἀπὸ τὰ σπίτια

κι εἰς κάμπους κι εἰς βουνὰ σκορποῦν, κι ὅπ’ εἶναι ἀμπέλια

τρέχουν μὲ τὰ καλάθια τὰ πλεχτὰ καὶ μὲ τὰ βατοκόπια καὶ

μὲ τραγούδια, μὲ χαρές, ὅταν ἀρχίζη ὁ τρύγος.

*********

᾽Αναταράζονται οἱ ἐρμιές, ἀχολογοῦν τ’ ἀμπέλια,

λὲς κι ἀπὸ κάθε πέτρα ὀρθή, λὲς κι ἀπὸ κάθε βάτον

ὁποὺ στὸ χόρτο σέρνεται, κόρης κορμὶ φυτρώνει.

Πράσινη ἁπλώνεται ἡ φυτειὰ κι οἱ ράγες μεστωμένες

μαῦρες καὶ κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογοῦν, γυαλίζουν

στὴν πρώτη άχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὁπ’ ἀνατέλλει,

σὰν μαῦρα μάτια, σὰν χοντρὰ κλωνιὰ μαργαριτάρια.

.

Οἱ βέργες οἱ καμαρωτὲς λαμποκοποῦν κι ἐκεῖνες,

κι οἱ περγολιὲς ξαπλώνονται στὰ δίπλατα κρεβάτια

καὶ στὴν πυκνή τους χλωρασιὰ καὶ στὸν βαθύ τους ἵσκιο

τὴν ἱδρωμένην ἀργατιὰ δροσίζουν, ἀνασαίνουν,

τὴν ἀργατιὰ ποὺ ὁλημερὶς ὅλο τρυγάει κι ἁπλώνει,

τὴν ἀργατιὰ ποὺ λαχταρᾶ πότε νὰ πέση ὁ ἥλιος,

πότε νὰ ἰσκιώσουν τὰ ριζά, νὰ δροσερέψη ὁ κάμπος.

 *********

Νά τος ὁ ἥλιος ποὺ ἔπεσε καὶ πάει νὰ βασιλέψη

νά τα ποὺ ἰσκιῶσαν τὰ ριζὰ καὶ δροσερεύει ὁ κάμπος.

῾Ο ἥλιος χάθη ὁλότελα καὶ τὰ βουνὰ σουρπῶσαν

θόλωσαν τ’ ἀνοιχτὰ νερὰ κι ἀπάνου βγῆκαν τ’ ἄστρα.

Διπλὰ ἀνασαίν’ ἡ ἀργατιὰ κι ἀπαρατάει τὸ ἔργο,

κι ἐκεῖ ποὺ κληματόβεργες κι ἀπὸ παλιούρια φράχτες

καλύβι ὁλόρθο πλέκουνε, δεῖπνον ἁπλὸ κυκλώνουν,

καὶ τὸν ἁπλὸ τὸ δεῖπνο τους φωτάει θαμπὸ λυχνάρι.

.

῞Υστερα εἰς κάθε μιὰ φυτειά, κάθε ὄχτο, κάθε ἀμπέλι,

τρανὲς ἀνάβονται φωτιὲς μὲς στ’ ἁπλωτὸ σκοτάδι,

῾Ολόυρα ὁλόυρ’ ἀπ’ τὲς φωτιὲς σταίνουν χορὸ οἱ κοπέλες

στρώνονται χάμου οἱ γέροντες κι οἱ νιοί, κι ἀπ’ ὅλους ἕνας

τοὺς συνοδεύει τὸ χορὸ μ’ ἕνα ἁπαλὸ τραγούδι

καὶ μ’ ἕνα λάλημα γλυκὸ – γλυκὸ τοῦ ταμπουρᾶ του.

῞Ωσπου τ’ ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ τὸ μεσονύχτι δείχνουν,

καὶ τότες οἱ χοροὶ χαλοῦν, σκορπᾶν οἱ δουλευτάδες.

Στρώνουν γιὰ στρώματα κλαδιὰ κι ἀποσταμένοι γέρνουν.

.

Κι ἐκεῖ ποὺ σβήνονται οἱ φωτιές ἔρμες ἀνάρια – ἀνάρια,

τὸ νυχτοπούλι τ’ ἄγρυπνο γλυκὰ τοὺς νανουρίζει,

ῶσπου νὰ σκάση ὁ αὐγερινός, ποὺ θὰ ξυπνήσουν πάλι,

πάλι στο ἔργο τους να μπουν στον ζηλεμένο τρύγο.

 

«῾0 Τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης», 1893 Κώστας Κρυστάλλης

Λ. ΒΡΑΝΟΥΣΗ – Β. ΣΦΥΡΟΕΡΑ, Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ – Π. ΠΑΡΡΗ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 1967

.

ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. ̓Εγεννήθη τὸ 1868 εἰς τὸ, Συρράκον τῆς ̓Ηπείρου καὶ ἀπέθανε τὸ 1894 εἰς τὴν ῎Αρταν. Νεώτατος ἠναγκάσθη νὰ φύγη ἀπὸ τὴν τότε ὑπόδουλον ἱδιαιτέραν πατρίδα του καὶ νὰ ἔλθη εἱς τὰς ̓Αθήνας, ὄπου εἱργάσθη ὡς τυπογράφος καὶ ὡς ὑπάλληλος τῶν σιδηροδρόμων.
̓Ενεπνεύσθη τὰ περισσότερα ἔργα του ἀπὸ τὴν εἰρηνικὴν ζωὴν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του. Τὰ ποιήματά του ἔχουν ὡς πρότυπον τὰ δημοτικὰ τραγούδια.

.

Για το “σπιτάκι της Μέλιας” .

Η εικόνα από :“Η εφημερίδα του Βαλτινού”

από το Σπιτάκι της Μέλιας