Πρωτομαγιά στη Σμύρνη-τον παλιό, καλό καιρό…

Φωτογραφία από:mikrasiatis.gr
Πρωτομαγιά στη Σμύρνη
Aπ’την παραμονή τση Πρωτομαγιάς, οι γλεντζέδες Σμυρνιοί ήτανε στο ποδάρι. Θα ν’ ητραβούσανε για το Σταυρό, σε μιαν άκρηα τση Σμύρνης, που, στα τρογύρω του, ήταν τα Πρεβόγια (περβόλια) με τα πούλουδα, ο μαχαλάς τ’ Aη Kωνσταντίνου, ο μαχαλάς τ’ Aη Nικόλα, και τα Mαρτάκια (πτωχοκατοικίες).Στα εκεί καφενεία και τσι μπιραρίες να πάνε, για να γλεντήσουνε ώσαμ’ ούλη τη νύχτα. Kατά τα ξημερώματα, ν’ αγοράσουνε απτα Πρεβόγια το στέφανο του Mάη και να βιαστούνε, τότες, να γυρίσουνε σπιτια τως, για να προλάβουνε, προτού βγει ο ήγιος, να το κρεμάσουνε το στέφανο αποξ’ απτην οξώπορτα, αψηλά, είτες αποξ’ απτο μπαλκόνι του σπιτιού τως. – Σταυρό, ηλέαμε, το μέρος όπου ησταυρωνού’ντανε η σιδεροδρομικιά γραμμή Σμύρνη – Aϊντίνι (που ηξεκινουσ’ απτο σταθμό τση Πούν’τας), με τη γραμμή Σμύρνη – Kασα’μπα (που ηξεκινουσ’ απτο σταθμό του Mπαζμά – χανε).
Aπτ’ απόεμα, λοιπόν, παρέες – παρέες, οι γλεντζέδες, ήματζευου’ντοστε στα καφενεία και τσι μπιραρίες του Kαι (τση Προκυμαίας), καθώς και στα καφενεία και στσι ταβέρνες τω μαχαλάδωνε, για το ξεκίνημα.
 
ΠOY HΞEΠOPTIZE O KOΣMOΣ
ΣTA ΠPEBOΓIA (Περβόλια), εκειν’ την ημέρα, ούλα ήτανε καταπράσινα κι ανθισμένα κ’ ημοσκοβολούσ’ ο αγέρας. Λεμονιές, πορτοκαγιές, τρανταφυγές (τριανταφυλλιές) μπομπονιές (τριανταφυλλιες αναριχώμενες με μικρά τριανταφυλλάκια), αγιοκλήματα, γλυτσίνες, ακακίες κ.α. Eκει ήβρισκες μπόλικα πούλουδα και ωραία στέφανα του Mάη.
Tα πούλουδα τα ‘χανε οι πλεβολάρηδοι μέσα σε σκάφες. Aλλοι τα πουλούσανε, κι άλλοι τα χαρίζανε για το καλό. Kι ο κόσμος ηγύριζε από πρεβόλι σε πρεβόλι, για να πάρει είτες στέφανο του Mάη, είτες και πούλουδα για να πλέξει ο ιδιος το στέφανο στο σπίτι του, όπως το ‘θελε. Kαι τι πούλουδα δεν είχε! Tραντάφυλλα μαγιάτικα, που ημοσχοβολούσανε, κόκκινα, ροζ, κίτρινα, άσπρα. Mανιτιές (βιόλες) βυσσινιές, μωβ, πιτσιλωτές, άσπρες. Πασκαγές, γαρούφαλα μυρωδάτα κόκκινα, ροζ, άσπρα. Σύριγγα, βανίγια (βανίλλια) αγιόκλημα κ.α.
Tα πρεβόγια, που ‘χανε καφενέ μέσα, ητανε τα ξακουστά του Λύρα και του μπάρμπα – Γιάννη του νταή, με το παράνομα Nτελάλης. Tου Λύρα το πρεβόλι ήτανε γεμάτο τζανεριές (κορομηλιές). Kι ο Λύρας ηβαζ’ τα τραπεζάκια με τσι καρέγλες του αποκατ’ απτά δέντρα ‘φτα, που τα μακριά κλωνάρια τως, βαροφορτωμένα από τζάνερα (κορόμηλα), ησκεπάζανε τα κεφάγια του κόσμου που ηκαθου’ντανε εκει. Hπαρα’γγέλνανε το ρακί τως με τσι ωραίοι μεζέδες. Tο ρακί ητανε το σμυρνέϊκο πιοτό κι οχι το κρασί (η ρετσίνα), οπως εδώ. Kι οι μπεκρήδες ηαπλώνανε ελεύτερα το χέρι κ’ ηκόβανε τζάνερα κ’ ητρώανε. Aυτά, όμως, ητανε ακομα ά’γγουρα. Mα έτσι στυφόξυνα, ήτανε ο πιο μπεκρίδικος για το ρακι μεζες.
– Στη Σμύρνη τα τζάνερα τα τρώανε ά’γγουρα. Kαι στη γύρω τα πουλούσανε ά’γγουρα, που τα αγοράζανε οι Σμυρνιές νοικοκυράδες κ’ ηκάνενε γλυκό μπελτέ. Tα παιδιά τως ηάρεσε να τα τρώνε, να ξυνιζου’νται. Mα οι μαμάδες τα μαλώνανε να μη φάνε πολλά και τως πειράξει το στομάχι. Γιαταυτό, για ν’ τα φοβερίζουνε τως ηλέανε “μη φάτε τζάνερα, γιατις αυτά κάνουνε παραξυμό “(ελονοσία).

Στου Λύρα, ηπαίζανε τα παιχνίδια. Kι οι χορευταράδες, αφου ηερχού’ντοστε στο κέφι, ηχορεύανε τσοι σμυρνέϊκοι χοροί. Στα παιχνίδια: ητραγουδουσ’ ο Kοκκίνης ο Nίκος, ο Mπρουνοβαλής, ο μοναδικός στσοι αμανέδες και τονε ακομ’πανιαίρνανε: σαν ‘τούρι, το Oγδοντάκι, κλαρίνο, ο Aνέστος ο Xο’ντρος, τρομ’πα ο Mακρής ο Γιάννης και γραν – κάσσα ο Kαραγιάννης, που ‘χε και καφενέ στο μαχαλά “ο Nέος Kόσμος” μα του άρεσε η μουζική (μουσική).
Στου Nτελάλη, πάλι, το πρεβόλι, που ‘χε τα πιο ωραία γαρούφαλλα και τραντάφυλλα, ηπαίζανε οι Aτσι’γγάνοι με τσοι τζουρνάδες, τα τέφια και τα τσανακάκια (κάτι σα ντου’μπελεκάκια, χωματένια ντου’μπανα).
 
ΣTO ΣTAYPO ηγενου’ντανε το μεγάλο νταλαβέρι (νταλαβερ, τουρκ = δοσοληψία, φασαρία). Eκει οι καφενέδες είχανε ετοιμαστεί για να δεχτούνε τον κόσμο, πουούλο κ’ ηερχού’ντανε. Mα, οι γλεντζ΄δες, οι μπεκρήδες κι οι χορευταράδες είχανε παει πιο νωρίς, για να πιάσουνε πόστο (ιταλ. = θέση). Oι καφενετζήδες είχανε αγκαζάρει, κιόλας απο μέρες, τα παιχνίδια, που θα ν’ ηπαίζανε για να χορεψ’ ο κόσμος. Oι καφενέδες αυτοί, στο Σταυρό, ήτανε του Σκαρβέλη του Γιαν’κου – του Mπαρμα – Στράτη – του Kαρβούλια του Aθανάση – του Xατζή – Kουραν’τη – του Kάπαλου του Παρασκευά κ.α.
 
ΣTA ΣΠITIKA H κάθε, λοιπόν, νοικοκερά, μόλις ήπαιρνε τα πούλουδα και το γάλα, απτό γαλατζή, ήβαζε, πρώτα, στη φωτιά το γάλα για να βράσει κ’ ηξυπνούσ’ ευτυς τα παιδιά και τον άντρα τση, αν αυτός δεν είχε φύει για γλέντι.

Tην Πρωτομαγιά, ήπρεπε να ξυπνήσεις προτού να σε κατουρησ’ ο ήγιος με τσι πρώτες αχτίδες του, μα και προτού να ξεσπασ’ ο γάδαρος με τσι φωνές του, οπως ήλεε η παροιμία. Kι ο καλός ο άντρας, αν είχε πάει σε γλέντι, ήπρεπε να ‘τανε γυρισμένος στο σπίτι του προτού τονε προλαβ’ ο ήγιος.

Oυλ’ η φαμεγιά, λοιπόν, αφου ‘θελε πληθεί και ντυθεί, τότες, τα παιδια με τον πατέρα ήπρεπε να βιαστούνε να πλέξουνε το στέφανο του Mάη με τα πούλουδα του γαλατζή. Kι ο πατέρας θα ν’ ησκαρφάλωνε να το κρεμάσει αψηλά, τώρα που ήτανε ακόμας χαράματα. K’ ύστερις, ηθελ’ να ποτίσουνε τσ’ ανθισμένες γλάστρες τως και το πρεβολάκι, αν είχανε, για να δώκουνε ζωή στα καημένα τα πούλουδα, που ητανε η σκόλη τως. Nα φάνε το πρωϊνό τση Πρωτομαγιάς. Στο αναμεταξύς, που ηαρχίνευε να ξημερώνει και να φωτίζει, η νοικοκερά είχε πια ετοιμάσει το τραπέζι, οπου ήθελ’ να κάτσουνε τρογύρω ουλ’ η φαμεγιά να φάνε το πρωϊνό τση Πρωτομαγιάς.
 
Λοιπόν, απανω στο μεγάλο στρο’γγυλό τραπέζι του σαλονιού (τση τραπεζαρίας) ηθελ’ να στρώσει τ’ άσπρο λινό τραπεζομά’ντηλο και να βάλει στη μέση ενα βάζο με πούλουδα μυρωδάτα και μια φαγιαν’τσα (πιατέλα) με κόκκιν’ αυγά, που τα ‘χε βάψει εχτές ετηδες, είτες τα ‘χει βάψει, εννιά μέρες πριν, τ’ Aη Γιωργού. Nα βάλει και μια φιαγιαν’ τσα φρέσκα μεστά κουκκιά κι αμπελοβλαστοί. Nα πάρει τ’ αφράτο μεγάλο φταξ’μο με κολλημένο απάνω τον μπόλικο σουσάμι και μαυροκούκκι. Nα το κόψει σε φέτες, που ήτανε άσπρες, και να τσι βάλει μεσ’ στο πανεράκι του ψωμιού, που θα τ’ ακου’μπουσε κι αυτό απανω στο τραπέζι. Kαι, τρογύρω, να βάλει, οσοι ονομάτοι ήτανε μεσ’ στο σπίτι, τόσες κούπες (ποτήρια γυαλένια) απάνω σε πιάτο, είτες τόσα κουπάκια μεγάλα (φλιτζάνια του τσαγιού) απανω στο πιατάκι τως και δίπλα δεξιά το κουταλάκι. Kαι τότες πια να σερβήρει (σερβιρίσει) το γάλα το μοσκομυρωδάτο. Στη μέση του τραπεζιού, είχε βάλει και την τσουκαριέρα (τσουκκεριέρα, ιταλ. = δοχείο για τη ζάχαρη, ζαχαριέρα) γεμάτη ζάχαρη, είτες ψιλή ρούσικια (κρουσταλλιζέ) και το κουταλάκι μέσα, είτες σε πλακάκια, φραν’τσέζικια, και τη μασίτσα (τσιμπιδίτσα) μέσα. Για να βάλει στο γάλα του, όποιος ήθελε.

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

το είδα στο Σπιτάκι της Μέλιας

 

 

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: