Άλκης, ο μικρός γιος του Κωστή Παλαμά που έφυγε νωρίς…

Σήμερα-27 Φεβρουαρίου-, ημέρα μνήμης του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά, σκέφτηκα να αναρτήσω σε αυτό το ιστολόγιο κάτι για τον αγαπημένο του γιο Άλκη, που έφυγε από την αγκαλιά του σε ηλικία τεσσάρων ετών και πόνεσε πολύ την ευαίσθητη ψυχή του ποιητή…Ο πόνος του γονιού εκφράστηκε μέσα από το μεγάλο του έργο Τάφος… Δείτε στην συνέχεια μια εξαιρετική ανάρτηση.

Ευχόμαστε ο μικρός Άλκης και ο Κ.Παλαμάς να χαίρονται και να αναπαύονται αιώνια μαζί στην χαρά του Παραδείσου… Αλεξία

Ο θάνατος του Άλκη Παλαμά και ο “Τάφος”

Φωτογραφία του Άλκη Παλαμά, που δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιο Σκόκου για το έτος 1899

.

Κωστής Παλαμάς – Ο τάφος Απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής…

.

Ο τάφος

1.

Ήσυχα και σιγαλά,
διψώντας τα φιλιά μας,
από τ’ άγνωστο γλιστράς
μέσα στην αγκαλιά μας.

.

Ώς κ’ η βαρυχειμωνιά
μ’ αιφνήδια καλοσύνη
κ’ ήσυχη και σιγαλή
σε δέχτηκε κ’ εκείνη.

.

Ήσυχα και σιγαλά
σε χάιδευεν ο αέρας,
της νυχτός ηλιόφεγγο
κι ονείρεμα της μέρας.

.

Ήσυχα και σιγαλά
μας γέμιζες το σπίτι,
γλύκα του κεχριμπαριού
και χάρη του μαγνήτη.

.

Ήσυχα και σιγαλά
ζούσε από σε το σπίτι,
ομορφιά τ’ αυγερινού
και φως τού αποσπερίτη.

.

Ήσυχα και σιγαλά
φεγγάρια, ω στόμα, ω μάτι,
μιαν αυγούλα σβήσατε
στο φονικό κρεββάτι.

.

Ήσυχα και σιγαλά
και μ’ όλα τα φιλιά μας,
γύρισες προς τ’ άγνωστο
μέσ’ απ’ την αγκαλιά μας.

Ήσυχα και σιγαλά,
ω λόγε, ω στίχε, ω ρίμα,
σπείρετε τ’ αμάραντα
στ’ απίστευτο το μνήμα!

.

2.

Στο ταξίδι που σε πάει
ο μαύρος καβαλάρης,
κοίταξε απ’ το χέρι του
τίποτε να μη πάρεις.

.

Κι αν διψάσεις μη το πιεις
απο τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς,
φτωχό κομμένο δυόσμο!

.

Μη το πιεις κι ολότελα
κι αιώνια μας ξεχάσεις,
βάλε τα σημάδια σου
τον δρόμο να μη χάσεις

.

κι όπως είσ’ ανάλαφρο,
μικρό σα χελιδόνι
κι άρματα δε σου βροντάν
παληκαριού στη ζώνη,

.

κοίταξε και γέλασε
της νύχτας το Σουλτάνο,
γλίστρησε σιγά-κρυφά
και πέταξ’ εδώ πάνω

.

και στο σπίτι τ’ άραχνο,
γυρνώντας, ω ακριβέ μας,
γίν’ αεροφύσημα
και γλυκοφίλησε μας!

.

.

Η 24η Φεβρουαρίου 1898 ήταν μια μάλλον συνηθισμένη μέρα για το μικρό ελληνικό κράτος της εποχής, που σίγουρα δεν άλλαξε τις ζωές των κατοίκων του. Οι εφημερίδες ασχολούνταν με την αποτυχημένη απόπειρα κατά του βασιλιά Γεωργίου λίγες μέρες νωρίτερα και με το θάνατο του Ιταλού ποιητή και βουλευτή Καβαλόττη σε μονομαχία. Ωστόσο, η 24η Φεβρουαρίου 1898 ήταν μια σημαδιακή μέρα για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της χώρας, τον Κωστή Παλαμά. Ο θάνατος του γιου του Άλκη, σε ηλικία μόλις 4 ετών, “γέννησε” μια βαθύτατα λυρική συλλογή ποιημάτων, που κατέχουν ξεχωριστή θέση στο σύνολο της εργογραφίας του, τον “Τάφο”.
.
Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημανθεί, με την εξαιρετική αυτή ποιητική συλλογή ενός πατέρα που πενθούσε για τον – πάντα αδόκητο – χαμό του γιου του, ο μικρός Άλκης, που έφυγε τόσο πρόωρα από την ζωή, κατέκτησε την αθανασία. Αυτό που επιχείρησα να κάνω στο παρόν αφιέρωμα ήταν να συγκεντρώσω ό,τι γράφτηκε για το θάνατο του Άλκη Παλαμά από τις εφημερίδες της εποχής, που μπήκαν στον κόπο να αφιερώσουν λίγες γραμμές για το μικρό αγόρι και τους γονείς του, καθώς και τα σχόλια, τις κριτικές που γράφτηκαν λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν τυπώθηκε και κυκλοφόρησε ο “Τάφος”, το Μάιο του 1898.
Προβληματίστηκα για το εάν έπρεπε να κρατήσω αυτούσια τα κείμενα των εφημερίδων στην καθαρεύουσα ή αν θα έπρεπε να τα μεταφράσω στη δημοτική. Αν και γενικά η καθαρεύουσα μου “τη σπάει”, προτίμησα να κρατήσω την ορθογραφία της εποχής, γιατί θεωρώ ότι η αξία του αφιερώματος είναι αρχειακού χαρακτήρα, μιας και δεν έχει να προσθέσει καινούρια, άγνωστα στοιχεία ούτε για τον Παλαμά ούτε για τον “Τάφο”.
.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΗ

Η πρώτη εφημερίδα που δημοσίευσε την είδηση ήταν η ΕΣΤΙΑ, που κυκλοφόρησε την ίδια κιόλας μέρα, το απόγευμα της 24.02.1898. Στη δεύτερη σελίδα διαβάζουμε::

Το μικρόν αγγελούδι του αγαπημένου μας Κωστή Παλαμά, ο ωραίος Άλκις, απέθανε πληγείς υπό δεινής νόσου.
Έκοψεν ως λεπτοφυές άνθος προώρου ανοίξεως, όπερ επελθών αιφνήδιος χειμών εμάρανεν. Και η ευωδία της εκλειψάσης μυροβόλου ζωής θα επαυξή το πένθος των συμπαθών γονέων του. 
Η “Εστίαν” τοις εύχεται λήθην και παρηγορίαν“.
.
Αλλά και η ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ δημοσίευσε το ίδιο βράδυ ένα εκτενές κείμενο, που δεν περιοριζόταν απλά ν’ αναγγείλει την είδηση:
Δεν το γλύτωσε το αγγελόμορφο παιδί των ούτε του πατέρα του ο πόνος, ούτε της μητέρας του η αγωνιώδης προσπάθεια. Και το παιδί αυτό, ο Άλκις των, το πλασμένο από όλα τα ποιητικά όνειρα του πατρός του και από όλους τους τρυφερούς πόθους πλαστικής ψυχής όπως η ψυχή της ωραίας μητρός του σήμερα το πρωί ξεψύχησε.
Το σπήτι του Παλαμά, του ποιητού μας, το οποίον τον είχε χάρμα του και ευτυχίαν του και ζωήν του και δύναμιν μέσα εις μίαν νύκτα λαιλαπώδη, αγρίαν, φρικτήν, που επαράδερνε εις το μικρό του κρεββάτι ο Άλκις των και παρεστέκοντο εις το προσκέφαλόν του, να τον βοηθήσουν με την δικήν των ζωήν οι γονείς του διά να παλαίση κατά του Χάρου, τον έχασε. Ο Άλκις έσβυσε , τα μάτια του, εκείνα τα γλυκύτατα του παιδιού των εβασίλεψαν, η φωνή του, εκείνη ημελίρρυτος φωνή του τέκνου των εσβέσθη.
Αλλά χάνεται ο Άλκις του Παλαμά;
Το φως εκείνων των λάλων οφθαλμών του, τι να έγεινε; Η δε ψυχή του πού να πήγε;
Βεβαίως θα το απερρόφησαν τα μάτια του πατρός του, όταν παρεστέκετο εις το μικρό του κρεββάτι συντροφεύων την αγωνίαν του με την δικήν του αγωνίαν. Η δε ζωή του με κανένα διάπυρον, με κανένα φλογερόν της μητρός του φίλημα θα απεσπάσθη από τα χείλη του παιδιού των διά να ζήση αιωνίως μέσα εις τα σπλάγχνα της άτυχης μάννας του. Γι’ αυτό και τα δακρυσμένα του πατέρα του μάτια και τα παραπονούμενα της μάννας διά τον Άλκιν των χείλη αιώνια θα ζωγραφίζουν το φως των σβεσθέντων οφθαλμών και την πτερυγίσασαν ψυχήν του αληθινού αγγέλου των“.
.
Καθώς η πλειοψηφία των εφημερίδων ήταν πρωινής κυκλοφορίας, η σχετική είδηση δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα στις υπόλοιπες
.
ΣΚΡΙΠ, 25.02.1898 (σελ.3):
ΑΛΚΙΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Το τιμημένον σπίτι του ποιητού το εβύθισεν εις το άλγος ο θάνατος του μικρού αγγέλου, του οποίου η εκφραστική εμορφιά και η χάρις έχυναν μυροβόλημα οικογενειακής ευτυχίας. Ερρίφθη αγρία η νόσος επί της ανθισμένης εις πνεύμα και εις χάριν τρυφεράς εκείνης τετραετούς υπάρξεως, την εβασάνισε δεκαπέντε ημέρας, την εξήντλησε, και ο πολυφίλητος Άλκις μετά τόσον αλγεινήν και επίμονον πάλην έκλινε νεκράν την ωραίαν κεφαλήν μέσα εις τα νεκράνθεμα.
Είθε ο σπαραγμός της μητέρας και το μέγα παράπονον του πατέρα ο οποίος προ ολίγου ετραγουδούσε διά στίχων τον άγγελον του να μη διαρκέσουν πολύ, και είθε να φύγη γρήγορα το σύννεφον του πένθους από το σπίτι του ποιητού μας“.

.

ΚΑΙΡΟΙ, 25.02.1898 (σελ.3):
Του ποιητού κ. Κωστή Παλαμά ο τετραετής Άλκις απέθανε και εκηδεύθη χθες το απόγευμα. Το μέγεθος της συμφοράς του οίκου του συμπαθούς συναδέλφου συγκινεί βαθύτατα και της θλίψεώς του μετέχουσι πάντες.
Ο αγγελόμορφος υιός του εν τω βλέμματι του οποίου διέλαμπεν όλη η ευφυία του πατρός και εν τη αγνότητι της μορφής, όλη η αγαθότης της ωραίας μητρός του, απετέλη στόλισμα του οίκου εκείνου, ον συγκαλύπτει σήμερον το πένθος και σπαράσσει η οδύνη. Εις τον κ. Κωστήν Παλαμάν και την κυρίαν Μαρίαν Κ. Παλαμά εκφράζομεν τα εγκάρδια συλλυπητήρια μας είθε δε η στοργή και η ευτυχία των δύο άλλων τέκνων των να επουλώση την πληγήν που τόσο βαθεία ηνοίχθη μαζύ με τον τάφον του πολυκλαύστου Άλκιδος“.
ΤΟ ΑΣΤΥ, 25.02.1898 (σελ.3):
Ο κ. Κωστής Παλαμάς και η κυρία Παλαμά είχον χθες την σκληράν τύχην να θρηνήσωσι τον θάνατον του τετραετούς αγγέλου των, του χαριτωμένου Άλκου. Μόνη η δύναμις της εγκαρτερήσεως, την οποίαν αντιτάσσουν οι άνθρωποι της σκέψεως κατά τας δυστυχίας του βίου, αυτή έστω η παρηγορία του πατρός, όστις εκ της ιδίας ψυχής θα εύρη λόγους γλυκείς ανακουφίσεως και διά τους περί αυτόν“.
 .
ΕΜΠΡΟΣ, 25.02.1898 (σελ.3):
ΑΛΚΙΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Άλγος βαθύ έπληξε χθες την καρδίαν περιπαθούς ποιητού και αγαπητού φίλου του κ. Κωστή Παλαμά, διά του θανάτου του μικρού αγγέλου του Άλκιδος, ον περιέβαλε διά τόσης στοργής και εις τόσον τρυφερούς στίχους τον ενέπνευσε. Συλλυπούμενοι από καρδίας τους απαρηγορήτους αυτού γονείς, ευχόμεθα όπως ο ύψιστος σταλάξη δρόσον παρηγορίας εις τας τόσον πικρώς δοκιμασθείσας καρδίας των“.
.
ΕΦΗΜΕΡΙΣ, 25.02.1898 (σελ.3):
Σκληροτάτην οδύνην υπέστησαν ο κ. και η κ. Παλαμά με την απώλειαν του μικρού και χαριτωμένου των Άλκου. Και το άλγος του ποιητού και της κυρίας Παλαμά συμμερίζονται πάντες οι φίλοι, όσοι γνωρίζουν την τρυφερώτατην αυτών στοργήν προς τα τέκνα των, όσοι εγνώρισαν τον μικρόν άγγελον, τον οποίον ο θάνατος τους εστέρησε“.
.
ΝΕΟΛΟΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, 26.02.1898 (σελ.3):
Ο φίλος ποιητής κ. Κωστής Παλαμάς έσχε την ατυχίαν ν’ απωλέση το τετραετές τέκνον του Άλκιν, το οποίον μετά τόσης στοργής περιέβαλλεν η ποιητική του καρδία. Συλλυπούμεθα από καρδίας τω κυρίω και κυρία Παλαμά, ευχόμενοι την εξ ύψους παρηγορίαν“.
.
Μια διαφορετική προσέγγιση του γεγονότος έγινε από την Καλιρρόη Παρέν, εκδότρια της εβδομαδιαίας “Εφημερίδας των Κυριών”, που απευθυνόταν σε γυναίκες αναγνώστριες. Στο φύλλο της 01.03.1898, η Παρέν εστίασε στην κηδεία του παιδιού και στα δάκρυα των γονιών του με μια ιδιαίτερα εκτενή και λυρική περιγραφή.
Αλλά τι είναι τα δάκρυα τα ιδικά σου, τι είνε η θλίψις σου, η φανταστική απέναντι του πόνου και των δακρύων μητρός η οποία χάνει το παιδί της! Εκείνη η οποία δεν έχυσε τοιαύτα δάκρυα, δεν ημπορεί, δεν έχει δικαίωμα να είπη ότι έκλαυσεν αληθινά εις την ζωήν της. 
Ω! φίλη μου! Είδα χθες ακόμη να χύνωνται δάκρυα μητρικά, και μου φαίνεται ότι με καίουν ακόμη, ότι μου αφήκαν πληγήν εις την καρδιάν.
Ήτο εκεί εις το μέσον μικράς και απερίττως επιπλωμένης αιθούσης ένα μικρόν σιδερένιο κρεββατάκι και μέσα εις αυτό αγωνιούσε το ωραιότερο παιδάκι του συμπαθεστάτου ποιητού μας κ. Κωστή Παλαμά. Δεν θα σου το ζωγραφήσω, διότι δύσκολα ζωγραφίζεται ένα μικρό παιδάκι, πολύ, πολύ εύμορφον. Τούτο μόνον σου λέγω ότι ήτο το ωραιότερον ποίημα του πατρός του, αν και ωμοίαζε καταπληκτικά με την μητέρα του. Ήτο μία ωραία καλλιτεχνική σύνθεσις, από τα μαλλάκια του τα μπουκλωτά, έως την φωνίτσα του και τον τρόπον της ομιλίας του, η οποία ήτο μουσική, αρμονική, αληθώς ζωντανόν καλλιτεχνικόν σύνθεμα από τα ωραιότερα της δημιουργίας. Λοιπόν το παιδάκι αυτό, το ζωντανό αυτό του σπιτιού καμάρι, το καύχημα του ποιητού, η χαρά της μητρός, το παιδί αυτό αναίσθητον, εξηπλωμένο εις το κρεββατάκι του, με τα κατακόκκινα μαγουλάκια του, με το πυρέσσον και φλεγόμενον σωματάκι του επάλαισε μίαν όλην εβδομάδα προς τον θάνατον. Και επί τέλους ενικήθη. Και την αγωνίαν διεδέχθη αίφνης η σιγή του θανάτου, η σιγή, η βαρεία του τάφου, την οποίαν διέκοπτε μόνον το παράπονον της μάννας, το θρηνώδες εκείνο παράπονον, το οποίον ωμοίαζε προς νανούρισμα και προς μοιρολόγι εν ταυτώ.
Ποτέ, ποτέ μου δεν θα λησμονήσω την οδυνηράν, την σπαρακτικήν αυτήν εικόνα. Ποτέ δεν ημπορούσα να φαντασθώ μάτια στεγνά, να κλαίουν με τόσον πόνον, να σκορπίζουν τόσην φλόγα, να στεγνώνουν και αυτήν την καρδιάν ακόμη. Ποτέ μου δεν εφαντάσθην αγωνίαν και οδύνην τόσον φρικτήν να εκδηλόνεται τόσον εύμορφα, τόσον ήρεμα, τόσον ποιητικά, χωρίς τους ασχήμους, αλλά συμφυείς προς τα δάκρυα μορφασμούς, χωρίς την αλλοίωσιν εκείνην την τερατώδη, την οποίαν η εξωτερίκευσις της εσωτερικής οδύνης αποτυποί πάντοτε εις το πρόσωπον.
Η μάννα την στιγμήν εκείνην ήτο εν μέγα, εν πιστόν και τέλειον αντίτυπον του παιδιού της του νεκρού. Η ηρεμία η ιδική του, η ηρεμία, η μετά τον μεγάλον πόνον και την μεγάλην πάλην εζωγραφίζετο και εις το ιδικόν της πρόσωπον. Και ως φοβουμένη μη του την αφαιρέση την ησυχίαν αυτήν, το εθώπευε σιγά σιγά, το ενανάριζε θωπευτικά, το εστόλιζε με όλα τα άνθη, με τα οποία ήτο στρωμένο το τελευταίον του πόνου του προσκέφαλον, και το παρωμοίαζε με αυτά, που τόσον εύκολα μαραίνονται, ως τόσον θαυμασίων εύμορφα και μυροβόλα και δροσερά είναι ενόσω ζουν και ανθούν και δεν αποσπώνται από τας ρίζας των και δεν χάνουν το δροσοβόλημα της γης.
Και ο πατέρας ο πονεμένος ποιητής, εκείνος, ο οποίος τοσάκις έχει κλαύσει και μοιρολογήσει τους πόνους άλλων, ήτο ήδη η εικών της αλάλου λύπης, ήτο το άγαλμα της σιγώσης οδύνης. Επόνει το παιδί του και επόνει την μητέρα εν ταυτώ. Λησμονών τον πόνον του, αυτός ο οποίος τόσον ειξεύρει να διαβάζη εις την ψυχήν της συντρόφου του υπέφερε διπλασίως την οδύνην και των δύω των.
Και μέσα εις το σπίτι του ποιητού το απαστράπτον πάντοτε από καθαριότητα και τάξιν, από ιδανικήν, ούτως ειπείν, αγνότητα του περιεχομένου και του περιέχοντος, εσκορπίζετο ούτω η ποίησις του θανάτου υπό την ωραίαν και μάλλον εξιδανικευμένην αυτής μορφήν, η γλυκεία ποίησις του νεκρού, του μαραμμένου επάνω εις το μοιροβόλημα του άνθους, του οπίου τα λευκά πέταλα εθώπευαν γλυκείες στόνοι αγάπης και λατρείας και πονεμέναι λέξεις υστάτου αποχωρισμού“.

.

Ο “ΤΑΦΟΣ”

Ο Παλαμάς ξεκίνησε να γράφει το ίδιο κιόλας βράδυ του θανάτου και της κηδείας του γιου του, Άλκη. Η ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή εκδόθηκε στις 9 Μαΐου (έναντι 2 δραχμών), όπως μας πληροφορεί το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ μια μέρα αργότερα:
Εξεδόθη χτες καλλιτεχνικώτατα τυπωθέν εν τω τυπογραφείω της “Εστίας” το νέον βιβλίον του κ. Παλαμά, το οποίον προ εικοσαημέρου ανηγγείλαμεν.
Το βιβλίον φέρει τον τίτλον “Τάφος”, αποτελείται εξ οκτακοσίων περίπου στίχων, και είνε αφιερωμένον ολόκληρον εις τον Άλκην του ποιητού.
Αντί πάσης άλλης κρίσεως παραθέτομεν δύο εκ των ποιημάτων δυνάμενα να δώσωσιν ακριβή ιδέαν του θαυμασίου, του απείρως τραγικού όλου“.

Το ίδιο κιόλας βράδυ, η ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ έγραψε την πρώτη φιλολογική κριτική, έναν ύμνο στον οίστρο του ποιητή πατέρα.
ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΑΣ
Πόσον γλυκά συνεδύασε και τας δύο αυτάς ιδιότητας μία εκ των κορυφών της συγχρόνου Ελλην. ποιήσεως ο κ. Κωστής Παλαμάς φαίνεται εις τον “Τάφον”, τα νέα του τραγούδια, όπου ποιητής μαζύ και πατέρας κλαίουν τον θάνατο του Άλκη των.
Ο τάφος ευρήκε στα τραγούδια αυτά τον καλλίτερο τραγουδιστή του.
Ο πατέρας κλαίγει και τα δάκρυά του μια Μάγισσα, η Ποίησις τα μεταβάλλει εις διαμάντια. Τραγουδεί ο πατέρας τον θάνατο του παιδιού, τραγουδεί τον πόνο της καρδιάς του, τραγουδεί τα κάλλη του αγοριού του.Τι ωραίο το μοιρολόγι του, πόσο βαθύς ο πόνος του, πόσο μεγάλη η καρδιά του.

Άφκιαστο κι αστόλιστο
Του χάρου δεν σε δίνω
Στάσου με τανθόνερο
την όψη σου να πλύνω.
 
Το στερνό το χτένισμα
Με τα χρυσά τα χτένια
Πάρτε απ’ τη μανούλα σας 
μαλλάκια μεταξένια.
 
Μήπως και του Χάροντα
Καθώς θα σε κοιτάξη,
Του φανής αχάιδευτο
Και σε παραπετάξη!

Έπειτα ο ποιητής παρακάτω προχωρεί εις θαυμάσια μοιρολόγια και προχωρεί με όλην την δύναμιν που του δίδει ο βαθύς πόνος. Προχωρεί και χύνει απαλά το μοιρολόγι του.

Σε θρηνούν τα ζωντανά
Και τάψυχα σε κλαίνε
Σε θυμούνται κ’ οι αδειανές
Γωνίτσες σου και λένε:
 
-Μαλωμένο μια βραδιά
πικρά μου απεκοιμήθη!
-Αχ! και πώς το μάγευεν 
Εδώ το παραμύθι!

Κλαίγουν οι γωνιές, κλαίγουν και μεσ’ τα μεσάνυχτα γροικώντας η μητέρα το βουητό που χύνεται από πέρα κι αυτή:

– Ήρθε το παιδάκι μας,
Και στέκετ’ έξω, λέει,
Κράζει να τανοίξουμε
Και μας ζητάει και κλαίει!

Τις επόμενες ημέρες όλες σχεδόν οι εφημερίδες – ακόμη και ο σατιρικός “Ρωμηός” του Γεωργίου Σουρή – αφιέρωσαν λίγες γραμμές σχολιάζοντας την ποιητική συλλογή.
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σχολίαζε στο πρωτοσέλιδο του ΣΚΡΙΠ (11.05.1898):
Όταν απέθανε ο Άλκης του Κωστή Παλαμά – χάρις και ωμμορφιά που δεν θα την λησμονήσουν ποτέ όσοι εδέχθησαν το αγγελικόν της φωτοβόλημα – δεν είδον τον σπαραχθέντα ποιητήν να χύνη τα δάκρυα που θα έχυνεν άλλος πατέρας. Ακουμβημένος σε μια γωνιά του ερημωθέντος σπιτιού, μόνος με την έκφρασιν του υψηλού φιλοσοφικού άλγους εις το θλιμμένον πρόσωπον, ήνοιγγεν αιθερίους συγκοινωνίας με τον φυγόντα άγγελον, ανύψωνεν ένα μαυσωλείον, έπλαττε σιγά σιγά ένα σταλακτίτην με τα δάκρυα της ψυχής τα κρυφοσταλάζοντα μέσα του. Μετ’ ολίγας ημέρας ήτο έτοιμον το βιβλίον των θρήνων.
Η φιλοσοφία της λύπης εκράτησε τα δάκρυα διά να τα χύση εις λάμποντας στίχους και ρυθμούς. Ραγδαίως εχύθη ο πόνος από τα στήθη του ποιητού. Ραγδαίως αι μελωδίαι και οι ρυθμοί συνηντήθηκαν μέσα του, εζυμώθησαν, εχύθησαν εις το φως. Εν μιά στιγμή ο ποιητής ήρπασεν όλην την φεύγουσαν ωμμορφιάν του παιδιού, την απήχησιν των κελαϊδημάτων του, τας πλανωμένας ακτίνας των σβυσθέντων ματιών του, όλα τα συντρίμματα του μαγικού κόσμου που κατέστρεψεν ο θάνατος, και τα εκράτησε και ανέστησε το είδωλον του ολοζώντανον μέσα εις την σιγηλήν ερημίαν του απορφανισθέντος σπητιού. Ο ποιητής εφύσησεν εις το αλησμόνητον παιδί του την νέαν ζωήν. Και το βιβλίον εκείνο είνε διά τον απελθόντα άγγελον ζωή, την οποίαν πολύ ολίγα πλάσματα καθώς αυτό, θα έχουν πέραν από τον “αγκρέμιστον τοίχον” του τάφου. Ο κόσμος κλαίει μαζύ με τους κλαίοντας ποιητάς και το πλάσμα εκείνο θα το θρηνήσουν τώρα μαζύ με τον πατέρα του άνθρωποι που δεν το εγνώρισαν ποτέ. Άυλον και μέγα υψώθη το μαυσωλείον του….
Και αρχίζει κατόπιν τους θρήνους του ο ποιητής. Σιγαλόφωνοι λυγμοί βαρβίτου χύνονται από τας σελίδας όλας του βιβλίου.
Άλλοτε με Ολυμπίαν αρχαιοπρέπειαν και άλλοτε με την κραυγήν που έρχεται ευθύτατα από την αιματωμένην καρδίαν, και άλλοτε με την βαθύτητα του ρεμβασμού, και άλλοτε με την ψυχράν γαλήνην του φιλοσόφου τρέχει από σελίδος εις σελίδα το τραγούδι του πόνου….
Αλλ’ αφού όλη η ψυχή του πατρός και του ποιητού εξαντλείται εις τους μεγάλους θρήνους, αφού με τα δάκρυα ανεγείρεται ήδη επάνω εις τον μικρόν τάφον ο φαεινός σταλακτίτης, ο ποιητής καταλήγει εις το τέλος με μίαν κραυγήν απελπισίας ως να λέγη ότι όλα αυτά που έγραψεν είνε ευκολόσβυστα καθώς το δάκρυ και ο στεναγμός, ανίσχυρα να διαρρήξουν την ανυπαρξίαν εις την οποίαν εβυθίσθη η ποθητή ύπαρξις.

Πάει και πάει! Το σκέπασε
ο αγκρέμιστος τοίχος!
Μήρε ο καρδιοφλογιστής
ο Λόγος, μήτε ο Στίχος
Μήτε ο πλάστης ο Ρυθμός
Κι η ναναρίστρα η Ρίμα
Τη λευκή του ενθύμιση
Γλυτώνουν απ’ το μνήμα.

Και όμως τέτοιος Λόγος και Ρυθμός και Στίχος και Ρίμα είνε από τας δυνάμεις του πνεύμα που ανοίγουν τα μνήματα και ξεσχίζουν τα σάβανα της Λήθης και αφίνουν να χυθή πάλιν εις τον κόσμον όλη η λάμψις ενός νεκρού, ωσάν εκείνον που έκλαυσεν ο ποιητής. Ο Παλαμάς του οποίου η ευλογημένη οικογενειακή γαλήνη διεκυμάνθη τόσον τραγικώς από την συμφοράν, έκλαυσεν υπερόχως.
Πολλοί, οι οποίοι δεν θέλουν είτε δεν μπορούν να έχουν την απωτάτην αντίληψιν της ιδικής του ποιήσεως, τον ήθελαν να είνε τραγουδιστής.
Ενθυμούνται τα πρώτα του ποιητικά έργα, απηχήσεις τρυφεράς ποιητικής καρδίας, τα οποία καίτοι εν μέσω απλάστου φιλολογικής ατμοσφαίρας γεννηθέντα, έχουν κάτι τι υπέρτερον του μελωδικού τραγουδιού. Και ιδού ότι μία συμφορά έκαμε πάλιν τον ποιητήν να ομιλήση απ’ ευθείας με την καρδίαν. Ο “Τάφος” είνε μοιρολόγι, μεγαλοπρεπέστερον του οποίου δεν έχει να επιδείξη η νεοελληνική ποίησις. Και το μοιρολόγι αυτό δεν συνοδεύει μόνον την ταξειδεύουσαν εις τον αιθέρα λευκήν ψυχήν του τέκνου του, αλλ’ είνε το μοιρολόγι όλων των πεθαμένων συντρόφων του, όλης της μαγικής ηλικίας, η οποία σκορπίζει ολίγα μειδιάματα εις την γην και εξαφανίζεται, όλων των απαλών πλασμάτων, τα οποία κατά τον θρηνούντα ποιητήν:

Άνθισαν κι απόσβησαν
μιας χαραυγής καμάρια!

Εκτενέστατη ήταν η κριτική του λογοτέχνη και δημοσιογράφου Πολύβιου Δημητρακόπουλου, που φιλοξενήθηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας ΚΑΙΡΟΙ στις 12.05. Ο Δημητρακόπουλος ξεκίνησε κάνοντας μια γενική αναφορά στο μέχρι τότε ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά και τις διχόνοιες που προκαλούσε στους λογοτεχνικούς κύκλους το “δυσνόητο” έργο του, για να πλέξει το εγκώμιο του με αφορμή τον “Τάφο” καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι “χρειάστηκε να επέλθει ο θάνατος του γιου για να κερδίσει ο πατέρας την αθανασία”:

Ήσυχα και σιγαλά – Μας γέμιζες το σπίτι
Γλύκα του κεχριμπαριού – Και χάρη του μαγνήτη
Ήσυχα και σιγαλά – Ζούσε από σε το σπίτι
Ομορφιά τ’ αυγερινού – Φεγγάρια, ω στόμα, ω μάτι,
Μίαν αυγούλα σβήσατε – στο φονικό κρεββάτι.
Ήσυχα και σιγαλά – Και μ’ όλα τα φιλιά μας,
Γύρισες προς τ’ άγνωστο – Μεσ’ απ’ την αγκαλιά μας.
Ήσυχα και σιγαλά – Ω λόγε, ω στίχε, ω ρίμα,
Σπείρατε τ’ αμάραντα – Στ’ απίστευτο το μνήμα! 

Μετά την ανάγνωσιν των στίχων τούτων, ρίγος μυστικόν, ρίγος εξ εκείνων τα οποία αισθάνεται ουχί πολύ συνήθως ο άνθρωπος εκπεμπόμενον από τα βάθη αγνώστου εν αυτώ κόσμου, ησθάνθην καθ’ όλον μου το σώμα διήκον.
Ορίζων άγνωστος απεκαλύπτετο προ των ομμάτων της ψυχής μου, εντός του οποίου είδον παλαίοντα και συγκροτούντα μάχην γιγάντιον το σκότος μετά του φωτός, και την ζωήν του πνεύματος μετά του θανάτου της σαρκός.
Υπό τον ορίζοντα εκείνον μυστήριον μέγα και πρωτοφανές ετελείτο.
Το πνεύμα ανεζωογόνει την καταστρεφομένην ύλην και εκ του μικρού σκώληκος της γης, του τόσον προώρως νεκρωθέντος, ανέκυπτε γιγάντιος χρυσαλίς, χρυσοπτέρυξ, υψηπετής.
Ηδύνατο τις δίχως συνειδότος τύχιν να μακαρίση και αυτόν τον θάνατον, ότι δι’ αυτού κατωρθώθη να εκκολαφθή εν αριστούργημα του πνεύματος, εγκυμονούμενον και αναμενόμενον επί τοσαύτα έτη!…
Ότε συνέπιπτε να λάβω εις χείρας μου ποιητικήν συλλογήν του κυρίου Κωστή Παλαμά – και δεν συνέπιπτε σπανίως – και να περιπλανήσω το βλέμμα μου εις τας σελίδας και εις τους στίχους αυτής, ησθανόμην παράδοξον και ανεξήγητον βάρος, καταπιέζον την ψυχήν και το πνεύμα μου.
Προσεπάθουν ν’ αποσείσω την επιρροήν εκείνην απ’ εμού, και δεν ηδυνάμην. Μία έλξις ακαταμάχητος παρέσυρε το βλέμμα μου από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σελίδος, έλξις η οποία ούτε πλήξεως εστερείτο, αλλ’ ούτε και ποιάς τινός ηδονής.
Ησθανόμην ότι ο αγών εκείνος, ον κατέβαλε το πνεύμα μου διά να κατανοήση τον ποιητήν, απετέλει ταυτοχρόνως και ηδονήν διά την ψυχήν μου, ηδονήν η οποία με εγοήτευε και με εμέθυε!
Παράδοξον ψυχολογικόν φαινόμενον το οποίον και σήμερον έτι, ότε ευρέθην αίφνης προ εκπλήξεως φωτεινής, δυναμένης πολλά να εξηγήση παραμένει ανεξήγητον δι’ εμέ.
Είνε γνωσταί αι συζητήσεις, αίτινες εγένοντο επί εκάστου ποιήματος και επί εκάστου στίχου του Παλαμά.
Πολλοί τον εθαύμαζον, πλειότεροι τον απεκήρυττον.
Αλλά τόσον και οι θαυμάζοντες, όσον και οι αποκηρύσσοντες αυτόν, ανεγνώριζον την αξίαν του, οι μεν διά της θέσεως, οι δε διά της άρσεως.
Η διαμάχη αύτη των αντιφρονούντων ήτο εκ των σπανίων διότι και τα δύο στρατόπεδια είχον παραδόξως δίκαιον.
Οι θαυμασταί κατεννόουν και την αξίαν και το βάθος των ποιημάτων εκείνων. Τινές μάλιστα εξ αυτών δεν κατενόουν τίποτε, εφαίνοντο δε κατανοούντες προς επίδειξιν αντιλήψεως και πνεύματος.
Εκ δεν των αποκηρυσσόντων τον ποιητήν, οι μεν ήσαν της γνώμης ότι η λυρική ποίησις πρέπει να προσπίπτει αμέσως εις την αντίληψιν της καρδίας, οι δε ωμολόγουν ειλικρινώς, ότι δεν τον εννοούσιν. Ήσαν οι μάλλον στενοκέφαλοι.
Τα δύο ταύτα φιλολογικά, ως ειπείν, κόμματα, συνεκρότουν μάχας ομηρικάς περί εκάστην ποιητικήν του Παλαμά συλλογήν, η δε δάφνη της νίκης εις ουδέν τούτων απενέμετο, έμενε δε πάντοτε εις τον ποιητήν!
Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς, εκ των συγχρόνων λυρικών ποιητών ο μόνος περιέχων εν εαυτώ τον ευρύτερον και μάλλον αναμφισβήτητον ποιητικόν ορίζοντα, είνε ο Παλαμάς. Τον διέβλεπες προφανέστατον μόλις έρριπτες το βλέμμα εις οιονδήποτε στίχον του, αλλ’ εν αυτώ εσελάγιζεν αστήρ λάμψεως παραδόξου. Ηδύνατο τις να είπη ότι ο ευρύς εκείνος ορίζων ή εστερείτο ατμοσφαίρας και διαθλάσεως φωτός ή ενείχε τόσω πυκνήν τοιαύτην και ομιχλώδη, ώστε αι ακτίνες δεν ηδύναντο να διαπεράσωσιν αυτήν και να διαφωτίσωσι τον στίχον του.
Εγώ τουλάχιστον ούτως αντελήφθην τον ποιητήν μέχρι της χθες.
Από τον στίχον του ούτε η έμπνευσις έλιπεν, ούτε η καλλονή, ούτε η αρμονία.
Έλειπε το άπλετον φως το επαναπαύον το βλέμμα, και επεκράτει εν αυτώ σκιόφως, το οποίον προσέδιδε μεν εις τούτον μυστήριον, αλλά μυστήριον σκοτεινόν πολυσχειδές και δυσεξερεύνητον.
Και ηδύνατο ούτω εκ των ποιημάτων του Παλαμά ν’ αντλήσης ηδονήν μυστηριώδη αναλόγως του περιβάλλοντός σε κόσμου. Διά να τον εννοήσης δηλαδή και να τον αισθανθής τελείως έπρεπε να ευρίσκεσαι μόνος και κεκλεισμένος εις πύργον έρημον εν ώρα χειμώνος, ακούων συνοδευομένην την νανουριστικήν της ρίμας σου αρμονίαν από τον θόρυβον βορρά παγερού, λυσσώντος κατά των παραθύρων σου, υπό τον ήχον κλάδων συντριβομένων και χαλάζης αναπηδώσης και κυλιομένης επί της στέγης!…
Χθες όμως ευρέθην αίφνης προ εκπληκτικής μεταμορφώσεως.
Ο μυστηριώδης ποιητής, ο περιβεβλημένος τέως τον σκοτεινόν μανδύαν του μυστηρίου, παρουσιάσθη προ των εκπλήκτων ομμάτων μου περιβεβλημένος φως ως ιμάτιον, κεκοσμημένον ήδη ουχί από μαργαρίτας θαμβούς και στερουμένους αμέσου διαθλαστικότητος, αλλ’ από θαλερά και διαυγή ως αδάμαντες δάκρυα πατρός, θρηνούντος την απώλειαν τέκνου προσφιλούς.
Ο θάνατος, θαυματουργός πάντοτε, έκαμε και ήδη το θαύμα του!
Εις τον ποιητικόν ορίζοντα εκείνον, τον πλέοντα εις τόσω μυστηριώδες λυκόφως, προέκυψεν ήδη αστήρ φωτοβόλος, καταυγάσας και την ελαχίστην γωνίαν. Το πατρικόν άλγος εξεχύθη εις αρμονίαν σαφή, εις ιδέαν φαεινήν, και ο πατρικός στεναγμός ανερχόμενος, παρασύρει μεθ’ εαυτού εις δυσθεώρητον ύψος έκαστον στίχον και εκάστην στροφήν!
Το σπέρμα εκείνο το γνήσιον και ποιητικόν, το εγκυμονούμενον επί τοσούτον χρόνον εν τη ψυχή του ποοιητού, εξερράγη ήδη και παρέδωκε καρπόν και άνθη εις τον νεοελληνικόν Παρνασσόν άξια θαυμασμού και πλήρη μελαγχολικής μαγείας και αρώματος μεθυστικού.
Δεν είνε ανάγκη πλέον να είνε τις πατήρ διά να κατανοήση το άλγος της πατρικής καρδίας επί τη απωλεία του τέκνου του.
Αναγνώσατε τον “Τάφον” του Παλαμά και θα εισέλθετε ακαριαίως εις ολόκληρον τον κόσμον εκείνον της μελαγχολίας και της θλίψεως, αλλά με τρόπον καθηδύνοντα την ψυχήν αντί να εκτραχύνη αυτήν….
Δεν τολμώ να εισέλθω εις κρίσιν λεπτομερή του τελευταίου ποιήματος του δαφνοστεφούς ποιητού του “Ύμνου της Αθηνάς” διότι πάσα κρίσις περί της ποιήσεως του “Τάφου” πρέπει να είνε νέα ποίησις εφάμιλλος αυτής.
Τι ψάλλει ο ποιητής προς τον Άλκιν του μόνον εις τας σελίδας του κομψού βιβλίου του θα δυνηθήτε να το αισθανθήτε.
– Λέγει:

Άφκιαστο κι αστόλιστο – Του χάρου δεν σε δίνω
Στάσου με τ’ ανθόνερο – Την όψιν σου να πλύνω
Το στερνό το χτένισμα – Με τα χρυσά τα χτένια
Πάρτε απ’ τη μανούλα σας, – Μαλλάκια μεταξένια
Μήπως και του Χάροντα – Καθώς θα σε κοιτάξει
Του φανείς αχάιδευτο – Και σε παραπετάξει.
– Και αλλαχού:
Στο ταξίδι που σε πάει – Ο μαύρος καβαλάρης
Κοίταξε απ’ το χέρι του – Τίποτε να μην πάρεις
Κι αν διψάσεις μην το πιείς – Απ’ τον κάτου κόσμο
Το νερό της αρνησιάς – Φτωχό κομμένο δυόσμο!
Μην το πιείς κι ολότελα – Κι αιώνια μας ξεχάσεις
Βάλε το σημάδι σου – Το δρόμο να μη χάσεις
Κι όπως είσαι ανάλαφρο – Μικρό σα χελιδόνι
Κι άρματα παλληκαριού – Δεν σου βροντούν στην ζώνη
Κοίταξε και γέλασε – Της νύχτας το σουλτάνο
Γλύστρησε σιγά, κρυφά – και πέταξ’ εδώ πάνω,
Και στο σπίτι τ’ άραχνο – Γυρνώντας, ω ακριβέ μας,
Γίνε αεροφύσημα – Και γλυκοφίλησέ μας!…

Λυπηρόν είνε, ότι ο στενός της στήλης ταύτης χώρος δεν μου επιτρέπει να πανηγυρίσω διά μακροτέρων περικοπών το μάγον φως, με το οποίον περιεβλήθη σήμερον ο ποιητής.
Η συμφορά υπήρξε πολλάκις θαυματουργός διά τους έχοντας αξίαν. Αντί να μαράνη, αντί να εμπνεύση απογοήτευσιν και διασπείρη την αποσύνθεσιν, συνέσχεν εξ εναντίας και συνεκράτησε και εξήρε το πνεύμα.
Η Στάελ λέγει, ότι “ότε ο Δομενίκος κατεκλείσθη εντός της μονής, επί των τοίχων της ειρκτής του ρζωγράφισεν εικόνας εξαισίας και ως ίχνη της εν αυτή διαμονής του αφήκεν αριστουργήματα”.
Αναγνώσατε και τον “Τάφον” του κ. Παλαμά, και θα εννοήσητε μετά θλίψεως αφ’ ενός και χαράς αφ’ ετέρου, ότι μοιραίον ήτον να επέλθη ο θάνατος του υιού διά να καταστήση μετ’ ολίγον τον πατέρα αθάνατον!

Ακόμη μία διθυραμβική, αλλά και εξαιρετικά εύστοχη στα σχόλιά της κριτική δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα (12.05) στο πρωτοσέλιδο του ΝΕΟΛΟΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – εφημερίδα του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, που είχε μεταφέρει την έδρα της στην Αθήνα μετά τον πόλεμο του 1897 και τις διώξεις του ελληνικού στοιχείου.
Ουδέποτε άλλοτε η ισπανική παροιμία: qui chante sex maux, enchante (σ.σ. το σωστό είναι “Qui chante son mal l’enchante” και σημαίνει “”), ηλήθευσε τόσον όσον εις τα τελευταία αυτά ποίηματα του κ. Κωστή Παλαμά, τα συλλεγέντα εις ένα τόμον υπό τον τίτλον “Τάφος”. Είνε γραμμένα επί τω θανάτω του προσφιλούς του τέκνου, και ο ποιητής ψάλλει την θλίψιν του και μαγεύει.
Και μαγεύει αληθινά. Αν πάντες – και δεν είνε ολίγοι αυτοί – οι αποδίδοντες δικαίαν εκτίμησιν εις την ποίησιν του Παλαμά, δύνανται να εύρωσι τινα εν αυτή τα ασύλληπτα ή, αν θέλετε, πολλάς τας παραδοξότητας, ουδείς θα ευρεθή – όσον κακώς και αν είνε προδιατεθειμένος εναντίον των περί τέχνης ιδεών του – όστις να μη αισθανθή εις τα μυχιαίτατα βάθη της ψυχής του την φλογεράν εκείνην ποιητικήν πνοήν, υφ’ ης διαπνέεται απ’ αρχής μέχρι τέλους η υπό τον τίτλον Τάφος τελευταία του αύτη ποιητική συλλογή. Θ’ αδικήση την τέχνην αν δεν το ομολογήση.
Χωρίς ν’ αναφέρωμεν ότι ο ΤΑΦΟΣ πληροί όλους τους όρους ους απαιτεί το καλόν εν τη τέχνη, τουθ’ όπερ, φυσικώ τω λογω, δεν είναι δυνατόν να προσπέση εις την αντίληψιν πάντων, απλώς παρατηρούμεν ότι ο τρίτος των όρων εκείνων, όστις, εν τη λυρική ιδία ποιήσει, κατέχει την πρώτην θέσιν, πληρούται εις ύψιστον σημείον εν τοις τελευταίοις αυτοίς ποιήμασι του κ. Παλαμά, έχουσι δηλαδή την δύναμιν της μεταδόσεως (la puissance de contagion) όση σπανίως απαντά εις τους ποιητάς τους καλλιεργούντας την ποίησιν ως καθαρώς τέχνην. Ο αναγνώστης, ο διεξελθών τας 77 σελίδας του τομιδίου – και τας διεξέρχονται απνευστί όλοι όσοι διεξέλθουν την πρώτην – είναι αδύνατον ν’ αφήση των χειρών του το τομίδιον χωρίς να αισθάνεται την καρδίαν του ποιητού εν τη ιδική του καρδία, χωρίς να νομίζη ότι πονεί τον ίδιον πόνον του ποιητού, ότι έχει την ιδίαν θλίψιν, την αθάνατον εκείνην θλίψιν, την οποίαν η αληθής τέχνη εξυψώνει εις άρρητον ηδονήν.
Υπό τεχνικήν έποψιν…. ο Τάφος πολλά τα καινά παρουσιάζει ουδέν όμως το κενόν. Και εις τα ποιήματα αυτά ο Παλαμάς μεταχειρίζεται τον ρυθμόν, όστις άλλοτε είχε γεννήσει συζητήσεις μεταξύ των στιχουργούντων, την διαδοχήν δηλαδή του αναπαιστικού και ιαμβικού μέτρου, ήτις, εις ασυνείθιστα ώτα, φαίνεται, αν ουχί άμουσος, τουλάχιστον δυσάρμοστος. Τα ασυνείθιστα όμως αυτά ώτα, με ολίγην καλήν θέλησιν, ταχέως εννοούν την αρμονίαν την εκ της συζεύξεως εκείνης απορρέουσαν, χωρίς τουναντίον να αισθάνωνται και τον εκ της μονοτόνου προσωδίας προερχόμενον κόρον.
Αυτή είνε η ιδέα του κ. Παλαμά και, χωρίς να εξετάσω αν η σύζευξις αύτη των δύο μέτρων είνε το ιδεώδες της στιχουργικής αρμονίας, ομολογώ, ότι όλοι οι εκθέτοντες εμμέτρως τα αισθήματα ή τας ιδέας των από πολλού ησθάνθησαν την ανάγκην μεταρρυθμίσεως της εν χρήσει προσωδίας, ην μάτην δι’ υπερβολικών και πολλάκις ατέχνων συνιζήσεων ζητούσι να ποικίλλωσι. Τας συνιζήσεις μεταχειρίζεται και ο Παλαμάς και είνε εξ εκείνων οίτινες δικαίως θεωρούσιν αυτάς αναποφεύκτους εις ένα τέλειον στίχον.
Ως προς το ζήτημα της γλώσσης ο κ. Παλαμάς έχει ευρυτάτας ιδέας. Επιζητεί την κυριολεξίαν, αδιάφορον αν αύτη εύρηται εν τη καθαρευούση ή εν τη ωμιλημένη ή εν τω καθαρώς δημώδει ιδιώματι. Αρκεί ότι αποδίδει, όσον θέλει αυτός, την σκέψιν του. Η ατομική μου – απολύτως ατομική μου – πεποίθησις είνε ότι ούτως οφείλει να γράφη πας ποιητής της εποχής ταύτης της ζυμώσεως της γλώσσης, έχων ως ιδεώδες του, ότι η ελληνική γλώσσα είνε μία, ότι καθ’ όλας τας περιόδους της παρουσιάζει θέλγητρα ιδιαίτερα, ων πάντων πρέπει ο ποιητής να επωφελήται.
Όσον δ’ αφορά τους γλωσσικούς κανόνας, ο αληθής ποιητής, ως είναι ο κ. Παλαμάς, δικαιούται να κάμνη ενίοτε χρήσιν του δικαιώματος της ποιητικής αδείας. Εκείνο μόνον, όπερ θα ετόλμων να παρατηρήσω εις τον κ. Παλαμάν είναι ότι – ενίοτε – μεταχείριζεται λέξεις, δεν λέγω ακαταλήπτους, αλλ’ αγνώστους εις τους πολλούς των Ελλήνων.
Και τα είκοσι εξ ποιήματα της συλλογής είναι αληθώς εμπνευσμένα, τελείως συντεθειμένα και έχουσιν έκαστον ιδίαν χάριν και ίδιον θέλγητρον. Εδώ μία εικών ποιητικού τάφου, εκτισμένου με τα δάκρυα και με το αίμα του ποιητού, εκεί εις εμμουσότατος στεναγμός πατρικής στοργής, παρέκει εις περιπαθέστατος ύμνος εις τα χεράκια του νεκρού τέκνου:

Ω χεράκια λατρευτά,
σάρκας αφρός, μια στάλα,
που τ’ αλυσοδέματα
γεννάτε τα μεγάλα!

Εις μίαν άλλην σελίδα σκέψεις φιλοσοφικαί, αποκυήματα ανθρωπίνου πόνου, και τύψεις συνειδήσεως εξόχως ποιητικαί:

Από το μακάριο
μηδέν εγώ στο κύμα
σ’ έφερα, εγώ σ’ έπνιξα…
Ω το μεγάλο κρίμα!

Λυπούμαι ότι δεν μοι επιτρέπει ο χώρος να εκθέσω ενταύθα όλας τας εντυπώσεις ας μοι ενεποίησεν η ανάγνωσις της τελευταίας αυτής ποιητικής συλλογής του Παλαμά. Λυπούμαι δε ακόμη περισσότερον ότι δεν δύναμαι να παραθέσω ενταύθα και τα είκοσι εξ ποιήματα του ΤΑΦΟΥ. Θα ήτο τούτο ο μόνος αρμόζων εις την συλλογήν έπαινος….
Αποτεινόμενος τώρα εις τους αναγνώστας μου, τοις υπενθυμίζω, ότι προκειμένου περί ποιητών οίος ο κ. Παλαμάς, δεν πρέπει ν’ αρκούνται εις την ανάγνωσιν κρίσεων ή επικρίσεων ή αποσπασμάτων, αλλά ν’ αγοράζωσι τα έργα των και να τα μελετώσι διά να αισθανθώσι και αυτοί την εθνικήν υπερηφάνειαν, ην αισθάνονται οι λαοί των πεπολιτισμένων εθνών υποστηρίζοντες και εκτιμώντες και θαυμάζοντες τους καλούς ποιητές των. Διότι σήμερον η Ελλάς, παρ’ όλην την άρνησιν των απαισιοδόξων, έχει να επιδείξη ποιητάς τοιούτους“.

Ο συντάκτης Ν. Επ. της εφημερίδας ΤΟ ΑΣΤΥ (12.05.1898) επιχείρησε μια γενικότερη κριτική του μέχρι τότε έργου του Παλαμά με αφορμή την κυκλοφορία του “Τάφου”, για τον οποίο δεν είχε σχηματίσει ιδιαίτερα θετική εντύπωση, εκτιμώντας – παραδόξως – ότι οι ποιητές… δεν πρέπει να γράφουν, όταν βρίσκονται σε συναισθηματική έξαρση! Πρόκειται για την πιο άδικη κριτική που γράφτηκε για τον ποιητή και δεν είναι ίσως τυχαίο ότι – σε αντίθεση με τις υπόλοιπες κριτικές – η συγκεκριμένη δημοσιεύθηκε στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας
Η τελευταία μικρά συλλογή του κ. Παλαμά, “Τάφος”, δίδει μίαν ωραίαν ευκαιρίαν διά να είπη κανείς ολίγα τινά γενικώτερα περί του έργου του ποιητού της. Τα ολίγα ποιήματα, τα οποία αποτελούσι το τελευταίον τούτο τομίδιον του κ. Παλαμά είνε απλώς αι εκχύσεις του πόνου ενός πατρός, ολίγα ποιήματα γραμμένα εις διαλείμματα δακρύων εν μέσω δωματίου κλεισμένου από το φως μεταξύ ολοκλήρου οικογενείας εις στιγμάς εμπνεύσεως, όταν εις τον καλλιτέχνην όλα τα οξέα αισθήματα, αισθήματα χαράς και λύπης, αισθήματα αγάπης ή θανάτου, θέλουν να εξέλθουν και ν’ ανακουφίσουν μετασχηματιζόμενα εις στίχους και εκρέοντα εις στροφάς.
Και όπως συμβαίνει πάντοτε εις τας τοιαύτας περιστάσεις τα ποιήματα αυτά, τα γραμμένα ταχέως και εσπευσμένως ως εις πυρετόν, είνε άνισα, είνε ατελή και ανομοιόμορφα, με στροφάς ωραίας και με στροφάς υπολειπόμενας, απιστεύτως ζωντανά και απιστεύτως ειλικρινή και απιστεύτως σπαίροντα, χωρίς όμως την μεγάλην σφραγίδα της ωραιότητος, την οποίαν δίδει η ηρεμία, την οποίαν χαρίζει η δημιουργία, η αληθής και η φυσική.
Γραμμένα όλα υπό την έμπνευσιν των δημοτικών τραγουδιών και με κάποιαν υπερβολικήν ακόμη μίμησιν των δημοτικών τραγουδιών, εις την οποίαν υπόκειται τελευταίως ο ποιητής, αποτελούν κάτι τι χωριστόν και μίαν νέαν εξέλιξιν της maniere του κ. Παλαμά και θα εδυσκολεύετο κανείς να εύρη πολλήν συγγένειαν μεταξύ αυτών και των “Ματιών της Ψυχής μου” ή των “Τραγουδιών της Πατρίδος μου…“.

Ακολουθούσε μια μακροσκελέστατη ανάλυση παλαιότερων ποιητικών συλλογών του Κωστή Παλαμά με έντονα επικριτική διάθεση, ενώ το άρθρο κατέληγε με την εξής παρατήρηση: “Ο κ. Παλαμάς εις εμέ, ο οποίος τον ανέγνωσα με πάθος, κάμνει ολίγον την εντύπωσιν θύματος και αι πτέρυγές του μοι δίδουν πολλάκις την αίσθησιν θραμμένων πτερύγων και μοι φαίνεται κάπως ως μη εκπληρών πλήρη τον προορισμόν του και μη έχων την δύναμιν να τον εκπληρώση και μου συσφίγγει ενίοτε την καρδίαν, όπως ο Albatre του ωραίου ποιήματος του Βωδελαίρ, ο συνταρασσόμενος και πληγώνων τα πτερά και την υπερηφάνειάν του εις την ξένην φυλακήν των ιστών και των ξύλων“.

Ιδιαίτερα λυρική και συγκινησιακά φορτισμένη ήταν για ακόμη μια φορά η αναφορά της Καλιρρόης Παρέν στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ (17.05.1898):
Πονούν αι μούσαι, όταν άσπλαγχνα ο θάνατος θερίζη τα δροσερά λουλούδια, τα οποία με τα κάλλη και τα αρώματά των εστόλιζαν και αρωμάτιζαν την γην. Πονούν αι μούσαι όταν μέσα από τους κήπους των εκλεκτών των στεγνώνη το καλλίτερον ρυάκι της ζωής και μαραίνεται ο δροσερώτερος βλαστός και σιωπά από την πρασινοστολισμένην φωλέαν η φωνή του γλυκυτέρου αηδονιού της.
Και όταν η μούσα πονή, πέρνει από την γην την δροσερότητα και τα κάλλη του αποκομμένου άνθους και από την μακρεινήν πηγήν του σιγήσαντος ρυακίου το γλυκύ και παραπονετικόν μουρμούρισμα του νερού και από την ερημωθείσαν φωλεάν τον αντίλαλον του σιωπήσαντος νεοσσού και από την φύσιν όλην την ακτινοβολίαν του καλού και του ωραίου και με αυτά όλα, χωνευμένα εις το αρμονικόν χωνευτήριον της τέχνης, ζωγραφίζει η μούσα την λύπην της και ψάλλει με παράπονον το μυρολόγι της. Και αντιλαλεί ο θρήνος της τον πόνον των θνητών, όπου έπλεξαν την φωλεάν και όπου εθέρμαιναν ως χθες εις την αγκάλην των το μικρόν, το καλλυκέλαδον πουλάκι.
Με αυτό της μούσης του το πανεύμορφον μυρολόγι έπλασε τον Τάφον του παιδιού του ο ποιητής κ. Κωστής Παλαμάς. Και δεν είναι τάφος μόνον, είναι αληθινόν μαυσωλείον, με αρχιτεκτονική και θεμέλια Τέχνης, από εκείνα τα οποία όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον αναδεικνύονται στερεώτερα και ωραιότερα, και τόσον και τον θάνατον αυτόν, τον οποίον περικλείουν εις τους κόλπους των, αναδεικνύουν αθάνατον. Και τον εστόλισε τον τάφον τούτον με δάκρυα αποκρυσταλωθέντα εις πολυέδρους αδάμαντας, τόσον εύμορφα ειξεύρει να κλαίη η μούσα του ποιητού και τόσην αθανασίαν να περικλείουν και αυτά τα δάκρυά της. Και εσκάλισεν επάνω εις τον αδαμάντινον αυτόν επιτάφιον εις ανάγλυφα τεχνικά όλα τα κάλλη και όλην την αγάπην και όλην την ποίησιν, την οποίαν ενέκλειεν η τρυφερά ηλικία και η αθωότης και η ευμορφιά του Άλκη του και όλον τον πόνον και την ερήμωσιν, ην αισθάνεται η πατρική ψυχή του. Και έτσι στολισμένον παραδίδει σήμερον ο ποιητής εις την αιωνιότητα το αθάνατον τάφον του παιδιού του, το οποίον όμως ως θνητός πατήρ δεν ηδυνήθη να διεκδικήση προς τον θάνατον.
Από τα καλλιτεχνικά αυτά στολίσματα του Τάφου του Άλκη Παλαμά αντιγράφομεν σήμερον μερικά, με την πεποίθησιν ότι όλοι οι πονεμένοι γονείς θα εντρυφήσουν εις την μελέτην των και θα ζητήσουν να γνωρίσουν τον μεγαλοπρεπή αυτόν τάφον, τον οποίον η πατρική στοργή δημιουργεί διά πρώτην φοράν, εις τον τόπον μας τουλάχιστον, εις εν τόσον δα μικρό παιδάκι”.
(Ακολουθούσε παράθεση των παρακάτω στίχων:)

Ο Γεώργιος Σουρής αφιέρωσε έξι στιχάκια στην τελευταία σελίδα του περιοδικού Ο ΡΩΜΗΟΣ, στις 16.05.1898, εξυμνώντας τον ποιητικό οίστρο του τραγικού πατέρα:

Ο Τάφος ένα κλάψιμο του Παλαμά πικρό
στ’ αξέχαστο παιδάκι του, στον Άλκη τον νεκρό.
Εκεί πατέρας τραγουδεί
αγγελοκάμωτο παιδί.
Κι ο πόνος οίστρος γίνεται κι εκλάμπρου τέχνης ρίμα,
που μεγαλώνει μεσ’ σ’ αυτή το παιδιακίσιο μνήμα.
Τέλος, αφιέρωμα στον “Τάφο” του Κωστή Παλαμά υπήρχε και στο Ημερολόγιο Σκόκου, που εκδόθηκε το 1899 και όπου δημοσιεύθηκε η φωτογραφία του Άλκη, που αναπαράγεται στην αρχή αυτής εδώ της ανάρτησης. “Κάτωθεν της γλυκείας, της τόσον εκφραστικής φυσιογνωμίας του παιδίου, δεν έπρεπεν ίσως να προσθέσωμεν τίποτε” σχολίαζε ο συντάκτης και συνέχιζε:
Και πώς να περιγράψη κανείς με λέξεις το απτέρυγον αγγελούδι, το πτερωμένον με την ζωηρότητα και την χαράν της ηλικίας του; πώς να ζωγραφίση το απαλόν μετάξι της σαρκός του, το αγνόν χρυσάφι της κόμης του, των ωραίων ματιών του το φως; πώς να παραστήση το άρωμα, με το οποίον εγέμιζε το σπίτι, το αφρόπλαστον εκείνο κορμάκι και η αθώα εκείνη ψυχούλα; Και τα παιγνίδια του, και τα σκιρτήματά του, και τα λογάκια του και προπάντων το γέλιο του – ω το ξεθύμασμα εκείνο το αργυρόηχον, με το οποίον εξεχείλιζεν όλη η φαιδρότης, όλη η αγαλλίασις της ζωής!
Μόνον ο πατέρας ημπόρεσε να τα αισθανθή και να τα περιγράψη όλα αυτά, όταν έσβυσεν έξαφνα η χαρούλα του σπιτιού του εις το κρεβάτι του πόνου, όταν η αρρώστεια και ο θάνατος του παιδιού του απέσπασαν από τα στήθη του τους σπαρακτικούς εκείνους θρήνους, τους οποίους έπερνε καθώς έβγαιναν η μάγισσα Τέχνη και τους απεκρυστάλλονεν εις στίχους… Διά τούτο, μόνον όσοι ανέγνωσαν τον Τάφον του Παλαμά, αυτοί ημπόρεσαν να γνωρίσουν καλλίτερα και απ’ εκείνους οι οποίοι εγνώρισαν εις την ζωήν ή εις τον θάνατον τον μακάριον αυτόν Άλκην, ο οποίος, εν ω έφυγε πριν γνωρίση τον κόσμον – ποία θεία αγάπη! – ευτύχησε ν’ αποκτήση – ω, ποία αγάπη ανθρωπίνη! – τον περικαλλέστερον και ενδοξότερον τάφον!
Το αφιέρωμα εκείνο συνοδευόταν κι από ένα ποίημα του Ιωάννη Γρυπάρη, αφιερωμένο στον Άλκη
ΣΤΟΝ “ΤΑΦΟ” ΤΟΥ
Όταν η οδύνη των δικών σου σ’ επροβόδα
και στο στερνό σου, ω ερωτόπουλο, κρεβάτι
βραγιές τους κρίνους σου έσπερνε, ποδιές τα ρόδα.
 
Μόνος ο Μελικέρτης σου ο γονιός εκράτει
το κλάμα στην καρδιά και τη λύρα στο χέρι,
και από την νήτην σ’ έψαλλεν έως την υπάτη.
 
Και λούζοντας ο περισσότεχνος, ως ξέρει,
τον πόνο σου, ω Καϋμέ, στης Κασταλίας τη βρύση,
στων ημιθέων τους ουρανούς σ’ έκαμε αστέρι,
 
και θείον για μας βωμόν τον Τάφο σου έχει στήσει!
______________________
Αν και δεν έχει άμεση σχέση με το αφιέρωμα αυτό, αξίζει να μνημονεύσουμε ένα άλλο ποίημα που είχε γράψει ο Κωστής Παλαμάς για το θάνατο ενός άλλου μικρού παιδιού, ενός κοριτσιού που ονομαζόταν Φιφή Μερκούρη. Εκείνο το ποίημα είχε τον τίτλο ΗΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗ και δημοσιεύτηκε στο ΣΚΡΙΠ στις 17.07.1894, όταν ο ποιητής είχε ακόμη κοντά του τον Άλκη – βρέφος ακόμη – και δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μια μέρα θα έγραφε ένα ποίημα και για το δικό του παιδί.

πηγή:http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2013/02/blog-post_24.html

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: